Του Κώστα Παπαθεοδώρου
Αφιερώνω αυτό το βιβλίο στα παιδιά μου Αλέξανδρο, Σπύρο και Ορέστη. Τους κληρονόμους μιας διεστραμμένης ιστορίας, όπου ανακατεύονται προδομένες επαναστάσεις και τρελαμένες τεχνολογίες, ληγμένοι θεοί και ξοφλημένες ιδεολογίες. Μια παρακαταθήκη, όπου μέτριες ηγεσίες καταστρέφουν τα πάντα, δίχως να μπορούν να πείσουν κανέναν. Μία κατηφόρα, όπου η νοημοσύνη ταπεινώνεται ...;
Αυτή η γενιά που ληστέψαμε τη νιότη της, οφείλει- ξεκινώντας από τις αρνήσεις της- να αποκαταστήσει έστω κάτι από την αξιοπρέπεια της ζωής και του θανάτου.
Αντί προλόγου
Από παιδί πίστευα ότι γεννήθηκα σε λάθος αστερισμό, σε λάθος εποχή, σε λάθος τόπο.
Από παιδί, φοβόμουνα να μεγαλώσω ...;
Γιατί πίστευα ότι όλοι οι μεγάλοι είναι ψεύτικοι, ακόμη κι οι καλοί. Ζουν ζωές που τους απογοητεύουν, κάνουν δουλειές που σιχαίνονται, διαβάζουν βιβλία που δεν τα πιστεύουν. Και το χειρότερο: είναι υποκριτές, γιατί καμώνονται πως όλα είναι μια χαρά.
Ύστερα, με ψεύτικα χαμόγελα, σε καλούν να μοιραστείς κι εσύ τη δική τους σήψη και αυταπάτη.
Αλλά, δε ζούμε στη χώρα του ποτέ, ούτε και εγώ είμαι ο Πίτερ-Παν. Μεγάλωσα. Και βρέθηκα σε λάθος τόπο, που δοκιμάστηκαν όνειρα και ιδέες.
Ευτυχώς, υπήρξαν φίλοι, καλοί φίλοι, που κάποτε με παρότρυναν και άλλοτε με συγκρατούσαν.
Χρωστάω πολλά σε λίγους. Στον Άκη, το Γιώργο, το Χρήστο, τον Πάνο, τον Κώστα και σε μερικούς ακόμα, που δεν θέλω να αναφέρω.
Μιας και το έφερε η κουβέντα, όπως λέει ο Σπύρος -όποτε θέλει να πει κάτι άσχετο- να ζητήσω συγγνώμη από εκείνους που πλήγωσα και συνεχίζω να πικραίνω!
Αλλά αυτή είναι η ζωή. Δεν μπορούμε πάντα να βλέπουμε και με τα μάτια των άλλων.
-Εικόνα σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω ...;
Ένα τραγούδι -όπως λέει ο Ιταλός διανοητής, Βαλέριο Εβαντζελίστι- δεν φτάνει για να εκφράσει αυτό που νιώθει μια ολόκληρη κοινωνία. Εκτός κι αν ζεις σε καιρούς ηρωικούς κι εμπνευσμένους.
Σήμερα, οι άνθρωποι δεν τραγουδούν πια με μια φωνή. Καθένας σιγομουρμουρίζει το δικό του τραγούδι για το τσαλαπάτημα, τη συντριβή, την ανέχεια, το δίκιο που λαβώνεται. Καθένας υπομένει μόνος του βουβά, πίσω από την κλειστή πόρτα του σπιτιού του. Ζούμε σε κοινωνίες, που στον κατήφορό τους περνούν στιγμές δραματικές. Είμαστε εκείνοι, που σχεδόν καθημερινά διαπιστώνουμε, πως «γεννήσαμε» τα παιδιά μας σε λάθος τόπο και σε λάθος χρόνο. Είμαστε εκείνοι, που ζούμε με τη φοβερή υποψία πως αύριο - μεθαύριο τα δικά μας παιδιά θα κάνουν την ίδια σκέψη και για τα δικά τους.
Ζούμε με την αυταπάτη μιας ψεύτικης αυτονομίας. Κολυμπάμε σε μια θάλασσα απελπισμένων, που θα έκαναν τα πάντα για να κρατηθούν στον αφρό.
Μας φωνάζουν από το μπαλκόνι πως η σημερινή φτώχεια μας θα φέρει τα μελλοντικά πλούτη μας. Μας καλούν να πάρουμε μέρος σε μια κούρσα, όπου θα κερδίσουν τα καλύτερα άλογα.
Τα άλογα της κούρσας δεν μιλούν μεταξύ τους. Δεν κοιτάζουν καν το διπλανό τους. Μόνο τρέχουν μπροστά, όπως προστάζει το μαστίγιο. Άλλα πέφτουν και κάποια κουτσαίνονται για πάντα. Ένα μονάχα θα νικήσει, μα ο πραγματικός νικητής είναι πάντα ο καβαλάρης.
Δραπέτες και όνειρα ...;
Ο χειμώνας κοντανασαίνει. Ήρθε η ώρα. Η ώρα της επιστροφής. Το στόμα ξερό, τα μάτια υγρά. Χαρμολύπη. Στο CD ο Κότσιρας μονολογεί: «όνειρά μου χθεσινά, τόσα βράδια μου ορφανά ...;»
Φύγαμε! Για τη μικρή πατρίδα, που τόσα χρόνια με στοιχειώνει. Μια απροσδιόριστη απειλή πλανιέται στους λαβυρίνθους του μυαλού μου.
«H πατρική μου πόλη πώς θα με δεχτεί;
Πριν από μένα φτάνουν βομβαρδιστικά.
Κοπάδια θανάτου σας αναγγέλλουν την επιστροφή μου.
Πυρκαγιές έρχονται πριν απ` το γιο».
Πατρίδα, λένε, είναι ο τόπος της μνήμης. Είναι το μοναχικό ταξίδι της επιστροφής στον τόπο των ονείρων.
«Για να προχωρήσεις μπροστά δε χρειάζεται να θυμάσαι, αλλά κυρίως να ξεχνάς», με είχε συμβουλεύσει κάποτε ο Γιάννης, καλή του ώρα ...;
Τα χρόνια περνούν και μας πληγώνουν και η ελπίδα ότι το αύριο θα είναι καλύτερο από το χθες, ξεθωριάζει και χάνεται σαν τις παιδικές μας ουτοπίες.
Τελειώσαμε το σχολείο και φύγαμε τρέχοντας. Σκορπίσαμε στους πέντε ανέμους αφήνοντας πίσω μας εικόνες, έρωτες, μα και την παιδική μας αθωότητα.
Πώς διάολο να ξέρεις ότι αυτές ήταν οι πιο όμορφες ημέρες, τα καλύτερά μας χρόνια.
Πώς διάολο να γνωρίζεις ότι αυτό που θα ακολουθήσει είναι υποδεέστερο, ότι βρίσκεσαι στην κορυφή και αδόκητα αρχίζεις να κατεβαίνεις;
Παιδιά ήμασταν. Και όπως όλα τα παιδιά της «κοιμωμένης επαρχίας», περιφρονούσαμε το παρόν, λοιδορούσαμε το παρελθόν και χανόμασταν στο μέλλον -με τόση αθωότητα, που παραπέμπει σ΄ ένα βάλτο ναρκισιστικών στερεοτύπων.
Αργότερα, πολύ αργότερα, μάθαμε ότι η ευτυχία δεν βρίσκεται πάντα στην υπέρβαση και ότι η ζωή είναι το άθροισμα των πραγμάτων, των μικρών πραγμάτων, στα οποία επιλέγουμε να δώσουμε σημασία. Είναι ο μικρός μυστικός μας κήπος που έκρυβε τις ψευδαισθήσεις και τις φαντασιώσεις, τις αμαρτίες και τις ευαισθησίες μας, τις αλήθειες και τα ψέματά μας.
Και το διαπιστώσαμε όταν η μνήμη άρχισε να φωλιάζει στα όνειρα και από παιδιά να γινόμαστε άντρες. Αυτή η στιγμή, η μοναδική στιγμή στη ζωή του καθενός, σηματοδοτεί το πέρασμα στον κόσμο των μεγάλων. Τον κυνικό κόσμο!
Νάτην και η μνήμη. Ξεθάρρευε δειλά- δειλά στην αρχή και μετά επιτακτικά, σχεδόν βίαια!
Αγκάλιαζε τα όνειρά μας, όπως το κύμα το βράχο. Γαλήνια στην αρχή σαν το χαμόγελο του Αλέξη, τη ματιά του Σπύρου, την αγκαλιά του Ορέστη.
Και μετά ορμητικά, έσκαζε πάνω στην κάθε στιγμή με οργή, με θυμό -όπως ο αγριεμένος Αμβρακικός που «καβαλάει» το ράμμα.
Αυτή η θάλασσα κρατάει ζωντανό τον τόπο της μνήμης, νοστιμίζοντας όνειρα και παιδικές εικόνες!
Αρχή και τέλος του ταξιδιού της επιστροφής.
Στροφή δεξιά. Ψιλοβρόχι, νοτιάς και ολόγιομο φεγγάρι. Ίδιο με τα μακρινά φεγγάρια της παιδικής μου ηλικίας. Και να! Στη μέση του δρόμου μια αλεπού. Τι υποδοχή!
Αδάμαστη η χαρά. Πεταλούδα η ψυχή που ταξιδεύει στο χώρο και στο χρόνο.
Επιτέλους! Βρίσκομαι ανάμεσα στη θάλασσα και τη λίμνη, τη γη και τον ουρανό, το βουνό και τον κάμπο.
Τα Τζουμέρκα στο βάθος λάμπουν σαν ουράνιο φρούριο και ο Αμβρακικός μουγκρίζει στις ριπές του ανέμου.
Το ψιλοβρόχι συνεχίζει μονότονα και ξενυχτάει μαζί μου. Ξημερώνει όπου νάναι, μέσα σε μια βοή χωρίς τέλος.
Θαρρώ ότι τα νερά του Άραχθου άλλαξαν πορεία και συγκρούονται με τα ποδάρια του γεφυριού.
Η χειμωνιάτικη αχλή, που σα σεντόνι ξεχώριζε τον κάμπο από τη γη και τον ουρανό, φεύγει. Παίρνει μαζί της το σκοτάδι και από το βάθος του ουρανού ένα ηλιόλουστο πρωινό αναδύεται. Τα λιβάδια με τις ωχρές καλαμιές, λουσμένα στη χλωμή πάχνη προαναγγέλλουν μια κρύα λιακάδα.
Στη δασωμένη πλαγιά του Μαυροβούνιου, κάμποσες αγελάδες βόσκουν νωχελικά, απολαμβάνοντας τον ήλιο των αλκυονίδων.
Η θάλασσα αστράφτει και ξεβράζει τον αφρό των κυμάτων στις ξέρες και τα χωμάτινα μονοπάτια. Από μακριά φαντάζει ανθισμένο περβόλι!
Η μικρή καλύβα -καταφύγιο κάποτε για βρεγμένους κυνηγούς και θαλασσοδαρμένους ψαράδες- γκριζάρισε από την αρμύρα της θάλασσας και έχει γείρει προσκυνώντας τον υγρό νοτιά.
Αίφνης, το βλέμμα μου στρέφεται στο Τζουμέρκο. «Το περιβόλι τ` ουρανού» φέρνει στις κορφές του ολόλευκο τον κότινο του νικητή.
Στη μνήμη έρχονται τα λόγια του «μοναχού» που επινόησε ο Καζαντζάκης:
«Θεός έστί σκιρτημός και ήπιον δάκρυ».
Ο χώρος και ο χρόνος
Η επιστροφή αποτελεί για τον καθένα συναρπαστική εμπειρία. Για μένα είναι συνάμα ταξίδι αυτογνωσίας. Μια αργοναυτική εκστρατεία στα ανεξερεύνητα της γνώσης. Από παντού ξεπηδούν μπροστά μου κάστρα, μοναστήρια, γεφύρια, ορεινοί οικισμοί, απίθανες θαλασσινές λουρονησίδες, λίμνες, ποτάμια, βουνά και φαράγγια, μα και λησμονημένοι πρίγκιπες και βασιλοπούλες, ξεχασμένοι άρχοντες και επαναστάτες . Είναι ένα ταξίδι στη «γη του Παντός». Γεύσεις, μυρωδιές και εικόνες μοναδικές! Σαν το άρωμα του λεμονανθού, το χρώμα του πορτοκαλιού, τη νοστιμιά του χελιού ...;
Κάμποι και βουνά, θάλασσες και ποτάμια, μια πυκνή πλέξη στον πάτο του καλαθιού της ζωής μέσα στο χρόνο.
Ο Αμβρακικός, τα Τζουμέρκα, ο Άραχθος. Το Γεφύρι, η Παρηγορήτισσα, το Κάστρο. Ο Πρωτομάστορας, όπου σταθεί και όπου βρεθεί, κτίζει θέατρα και ναούς, κάστρα και γεφύρια.
Αιώνες τώρα- παλεύει με τα στοιχειά της φύσης.
Όμως είναι άνθρωπος. Αλλάζει τη μοίρα του, μα και γκρεμίζει τα όνειρά του.
Η φύση πρόσφερε «γήν και ύδωρ» και ο άνεμος μαζί με το νερό, σμίλεψαν αυτόν τον υπέροχο τόπο. Ψηλά βουνά και εύφορες πεδιάδες, ορμητικά ποτάμια και πλούσιες λιμνοθάλασσες, πυκνά δάση και αλπικά τοπία.
Και μαζί, δεμένη πισθάγκωνα, μια μακραίωνη ιστορία. Διάσπαρτα τα πολλά και σπουδαία ιστορικά της μνημεία. Ανεξίτηλα αποτυπώματα μεγάλων πολιτισμών.
Το όνομά της προέρχεται -λένε- από το λατινικό «artus», που κατά μία εκδοχή σημαίνει και «στενό, δύσβατο μονοπάτι». Κάποιοι άλλοι συνδέουν το όνομα με τον άρτο και την αφθονία των σιτηρών. Η εύφορη πεδιάδα, που γεννήθηκε από την ιλύ του Αράχθου, σε συνδυασμό με τη στρατηγική της θέση, έλκυε διαχρονικά φυλές, πληθυσμούς, αλλά και κατακτητές.
Ποιός είπε ότι κατοικούμε σε μια φτωχή γωνιά της ελληνικής γης;
Τι και αν ναυάγησαν στις αφρισμένες θάλασσες της ιστορίας οι μεγαλειώδεις τριήρεις γεμάτες κλέη και πολιτισμό. Ο πλούτος της είναι ανεξάντλητος και πρωτόγονος. Παρθένος. Γιατί η Άρτα δεν είναι μονάχα ξεθωριασμένες εικόνες και παλιές ιστορίες με αυτοκρατορίες και βασιλιάδες, κάστρα και πολιορκητές. Είναι και οι ανοιχτές πόρτες των σπιτιών, οι λαγαρές ψυχές των ανθρώπων, τα χαρακωμένα από την αλμύρα και τον άνεμο πρόσωπα των ξωμάχων, τα ροζιασμένα χέρια των βιοπαλαιστών. Είναι η γη που πατάμε. Ο τόπος όπου γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε. Είμαστε όλοι εμείς ...;
Η γη του Ηρακλή
Την πολύφερνη γη της Αμβρακίας διεκδίκησαν θεοί και ημίθεοι - αυτούς που είχαν κάθε φορά στο μυαλό και την ψυχή τους οι ίδιοι οι άνθρωποι.
Ο Απόλλων, η Άρτεμης και ο Ηρακλής, συναντήθηκαν στα λουτρά του Ηρακλή, στη γη της Δρυοπίδας και έδωσαν μεταξύ τους σφοδρή μάχη. Όρισαν, μάλιστα και αλυτάρχη. Ο Κραγαλεύς, ένας τοπικός ήρωας, έκρινε ότι η Αμβρακία έπρεπε να δοθεί στον Ηρακλή. Οργισμένος ο Απόλλων τιμώρησε τον Κραγαλέα και τον μεταμόρφωσε σε βράχο.
Σεντούκι ιστορίας
Η Άρτα είναι ένα σεντούκι ιστορίας. Αιώνια η πάλη με τα στοιχειά της φύσης, πολυαίμακτες οι αναμετρήσεις με τους κατακτητές. Πάντα στην πρώτη γραμμή. Στη γραμμή του Αράχθου, μεταξύ Αμβρακικού και Τζουμέρκων.
Ζωντανή και συνεχώς μεταβαλλόμενη. Από τη γέννα της τόπος διαστρωμάτωσης πολιτισμών, ελαστικό χωνευτήρι της ίδιας της ζωής.
Με χαμόγελο και ελπίδα, με διάθεση και πίστη!
Φιλόξενη και καταδεκτική. Απλή και ανεκτική.
Σύγχρονη και παραδοσιακή. Κοιτίδα πολιτισμού, λίκνο θρύλων και παραδόσεων.
Ο Άραχθος, φαντάζει σαν ομφάλιος λώρος. Είναι ο ποταμός που ενώνει τα τραχιά βουνά με τη γαλήνια θάλασσα.
Αστείρευτος, ατίθασος, μα και απλόχερος!
Στο διάβα της ιστορίας στέκει πάντα εκεί. Αγέρωχος να λούζει, τις ψυχές μας, να εξαγνίζει τα πάθη μας.
Αέναο το ταξίδι του νερού. Από τα Τζουμέρκα στον Αμβρακικό να σβήνει και να χάνεται, δίνοντας ζωή.
Ο Αμβρακικός από τους ομορφότερους, τους σημαντικότερους και τους ζωντανότερους υδροβιότοπους του κόσμου! Μοναδικό εργαστήρι δημιουργίας. Αστείρευτη πηγή έμπνευσης και διαρκούς μέθεξης.
Ο Άραχθος
Ο ποταμός- διαχρονικά σημείο αναφοράς- ήταν πάντα ιδιαίτερα σημαντικός για την οικονομία, τη λαογραφία και την κοινωνικοοικονομική ζωή της περιοχής. Συνδέθηκε με τη ζωή των κατοίκων, αποτελώντας το έναυσμα για τη δημιουργία μύθων, θρύλων και παραδόσεων. «Γκρινιάρης», «θεοπόταμος», «ατίθασος», είναι μερικά από τα προσωνύμιά του.
Σύμφωνα με έναν αρχαίο μύθο, όταν τα δύο αδέλφια του -ο Πηνειός και ο Άσπρος (Αχελώος)- τον εγκατέλειψαν μόνον του στο βουνό Περιστέρι, εκείνος πήρε την κατηφόρα ...; γκρινιάζοντας. Το διαρκές βουητό, που το αποκάλεσαν «γκρίνια», οφείλεται στους πολλούς και μικρούς «φασαριόζικους» καταρράκτες, τα αφρισμένα περάσματα από κάθετους βράχους, τους μαιανδρισμούς και τα βαθιά φαράγγια που διασχίζει.
Το γεφύρι της Άρτας είναι το λογότυπο της πόλης. Η κατασκευή του παραπέμπει σημειολογικά στις προσπάθειες των κατοίκων αυτού του τόπου να νικήσουν το χρόνο, να επιβιώσουν από τις ταραχές της ιστορίας, να υπάρξουν ξανά και ξανά, εκεί πλάι στα νερά του Άραχθου, στα πολυσκαμμένα χώματα του κάμπου, να αναπνέουν τις θαλασσινές αύρες του Αμβρακικού και ν΄ ανηφορίζουν τις ματιές τους στις θείες κορυφογραμμές των Τζουμέρκων.
Η Άρτα μια βόλτα
Πίσω μου η Άρτα, η πόλη μου, η οποία -όπως στα μαθητικά μου χρόνια- συνεχίζει να μου αφήνει την αίσθηση του ανολοκλήρωτου, χωρίς να ξέρω γιατί.
Κτισμένη αμφιθεατρικά στον Άραχθο, περιόριζε πάντα τις κάθε είδους επεκτατικές βλέψεις των Αρτινών. Το ποτάμι, όσο και αν φαίνεται παράδοξο, αποτελούσε πάντα έως και σήμερα το όριο -το σύνορο, με μια και μοναδική γέφυρα. Άκουσα, πρόσφατα, κάποιον πολεοδόμο-μελετητή να επισημαίνει ότι ακόμα και οι μεσαιωνικές πόλεις είχαν τουλάχιστον δύο γέφυρες στους ποταμούς που τις διέτρεχαν. Στην Άρτα, στον Άραχθο, δεν υπήρχε χώρος για άλλη γέφυρα. Μια και μοναδική ...;
Με τον καφέ συντροφιά παρατηρώ τις πολύχρωμες στέγες των σπιτιών να φτάνουν ίσα με την κορυφή του Λόφου της Περάνθης, όπου δεσπόζει το Νοσοκομείο, που από μακριά δίνει την εντύπωση καραβιού που ανοίγει πανιά. Και πιο πάνω ο ουρανός. Συνήθως μουντός τέτοια εποχή, αλλά σήμερα -μετά τη χθεσινοβραδινή μπόρα- γαλανός και ο ορίζοντας απόλυτα διαυγής.
Χρόνια έχω να ανηφορίσω και ήρθε η ώρα να ξαναντικρύσω τις γειτονιές και τα στενά σοκάκια. Τα σπίτια ριζωμένα στην πέτρα εμφανίζονται μπροστά μου ακανόνιστα, δίχως ρυμοτομία ή σχέδιο. Κάποιοι είπαν, ότι η Βαλαώρα αποτελεί πρότυπο οικιστικής αυθαιρεσίας, χωρίς δρόμους, πάρκα, πλατείες, παιδικές χαρές. Έτσι είναι. Αλλά, αυτά τα σπίτια στέγασαν τον πόνο, τη φτώχεια, τη δυστυχία, το διωγμό των ανθρώπων, που μαζικά και συνήθως βίαια, εγκατέλειπαν τα χωριά τους και τις πατρογονικές εστίες τους. Πρώτο μέλημα των ξεριζωμένων, ήταν να προφυλαχθούν από τη βροχή και το κρύο και ακολούθως να αισθανθούν ασφαλείς πλάι στους συγχωριανούς τους. Ήταν άγριες εποχές τότε!
Έτσι, δημιουργήθηκαν οι περιβόητες παροικίες της Άρτας -τα Μελισσουργιώτικα, τα Θοδωριανίτικα, τα Πραμαντιώτικα κ.λπ.
Αυτές οι γειτονιές, όσο και αν πολεοδομικά είναι ανορθόδοξες και βασανιστικές -ακόμη και για τους κατοίκους τους-, κρατούν ζωντανές τις μνήμες της προσφυγιάς και του αγώνα του Πρωτομάστορα, που όπου σταθεί και όπου βρεθεί παλεύει με τα στοιχειά της φύσης για να νικήσει τη μοίρα του.
Το γιοφύρι
Πρώτη ημέρα στην Άρτα με καφέ στον «Πρωτομάστορα». Στο παρακείμενο του γιοφυριού κτίσμα. Τόπος συνάντησης των Αρτινών, μα και των επισκεπτών της πόλης, σκεπασμένο από τα φυλλώματα του γηραιού πλατάνου που -όπως και το γεφύρι- κατόρθωσε να επιβιώσει από θύελλες, καταιγίδες, πλημμύρες, σεισμούς και βομβαρδισμούς. Παρά την ανοιχτή πληγή στο κορμί του, από μια «μαχαιριά» κεραυνού, εξακολουθεί να κρατά στα μεγάλα του κλαδιά τις πυκνές συστάδες των φύλλων του.
Στις διηγήσεις των παλιών αναφέρεται και ως πλάτανος του Αλή Πασά. Σύμφωνα με το μύθο, στον ίσκιο του καθόταν ο Αλής «απολαμβάνοντας» το θέαμα των κρεμασμένων, που ο ίδιος είχε καταδικάσει σε θάνατο δια απαγχονισμού. Οι παλιότεροι θυμούνται ακόμα κάποιους από τους στίχους του δημοτικού τραγουδιού:
«Τ' έχεις καημένε πλάτανε
και στέκεις μαραμένος
με τις ριζούλες στο νερό;
- Αλή πασάς επέρασε».
Ο καφές φτάνει. Μυρωδάτος και αχνιστός. Όλες οι αισθήσεις σε επιφυλακή. Μάτια ορθάνοιχτα, μήπως και δω τον Πρωτομάστορα και αυτιά τεντωμένα, μη τάχα ακούσω το σπαραχτικό θρήνο της γυναίκας. Φευγαλέα στη μνήμη η εικόνα της Λαμπρινής, της γιαγιάς μου, να με αποκοιμίζει με τους «σαρανταπέντε μάστορες και τους εξήντα μαθητάδες, που ολημερίς το κτίζανε και το βράδυ γκρεμιζόταν ...;»
Το ποίημα-θρύλος, που γέννησε η λαϊκή ψυχή και κέντησε η παράδοση στο διάβα των αιώνων. Το τραγούδι που μιλάει για τον άνθρωπο-δημιουργό. Τον άνθρωπο που βασανίζεται, λιγοψυχεί, πληρώνει το τίμημα και στο τέλος νικάει. Σαν θεός, υποτάσσει τις δυνάμεις της φύσης και ενώνει τον κόσμο.
Το γεφύρι μας! Συνώνυμο της υπερφίαλης προσπάθειας του ανθρώπου να δαμάσει τα στοιχειά της φύσης. Έλαβε τη σημερινή μορφή του το 1612. Στο ίδιο σημείο υπήρχε γέφυρα από τους κλασσικούς χρόνους. Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από τους Τούρκους (1881), το γεφύρι αποτελούσε το σύνορο του νεοσύστατου κράτους.
Το γεφύρι -αν και ως «πέρασμα» προϋπήρχε- θεμελιώθηκε κατά τους ελληνιστικούς χρόνους και είναι πιθανότατα έργο του Πύρρου (3ος π.Χ. αιώνας). Βελτιωνόταν συνεχώς και οι εργασίες συνεχίστηκαν και στα ρωμαϊκά χρόνια, με την άνθηση της Νικόπολης και την αύξηση της εμπορικής κίνησης. Πάνω στα αρχικά βάθρα κτίστηκαν, κατά την πρώτη περίοδο του Δεσποτάτου της Ηπείρου, τέσσερις μεγάλες καμάρες -μεταξύ των οποίων παρεμβλήθηκαν τα ποδαρικά τους. Επίσης, στα ακρινά σκέλη του γεφυριού κτίσθηκαν 8 μικρά τοξωτά ανοίγματα, για να διοχετεύονται τα νερά σε περιπτώσεις πλημμύρας. Εικάζεται ότι η μεγαλύτερη καμάρα, η οποία εξαιτίας του ανοίγματός της ήταν η περισσότερο επισφαλής, από άγνωστη αιτία γκρεμίστηκε και ξαναχτίστηκε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Και είναι ακριβώς η ανακατασκευή της ψηλής καμάρας που γέννησε το θρύλο της θεμελίωσης της γυναίκας του Πρωτομάστορα και το περίφημο δημοτικό τραγούδι. Οι μελετητές κατατείνουν στο συμπέρασμα, ότι οι εργασίες ξεκίνησαν το 1612 και διήρκεσαν 3 χρόνια. Η νέα καμάρα, που κτίσθηκε, ήταν ψηλότερη και εντυπωσιακότερη της προηγούμενης.
Από το 1881, όταν απελευθερώθηκε η πόλη και μέχρι το 1913, οπότε και ενσωματώθηκε και ο κάμπος στον εθνικό κορμό, το γεφύρι ήταν το σύνορο της ελεύθερης με την τουρκοκρατημένη Ελλάδα. Το διώροφο νεοκλασικό στη δυτική πλευρά του γεφυριού, που κτίστηκε το 1864 από αυστριακό αρχιτέκτονα και σήμερα στεγάζει το λαογραφικό μουσείο, αρχικά χρησιμοποιήθηκε ως φυλάκιο της Γέφυρας και αργότερα, μετά το 1881, ως μεθοριακός σταθμός-τελωνείο των Τούρκων.
Στα τέλη της δεκαετίας του ΄30, δίπλα στα αρχαία βάθρα, προστέθηκαν και τσιμεντένιες βάσεις οι οποίες στήριζαν την παρακείμενη ξύλινη γέφυρα. Το 1940 οι Γερμανοί κατακτητές προσέθεσαν σιδηροδοκούς για τη διέλευση των οχημάτων τους και το 1945 κατασκευάσθηκε σιδηρογέφυρα τύπου «Μπέλεϋ». Χρειάστηκαν περίπου 3 δεκαετίες για να απαλλαχθεί το μνημείο από τα εκτρώματα αυτά και να ξαναβρεί την αρχική του λάμψη.
Οι στίχοι
Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες
γιοφύρι εθεμέλιωσαν στης Άρτας το ποτάμι.
Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν.
Μοιρολογιούν οι μάστοροι και κλαιν οι μαθητάδες:
"Αλοίμονο στούς κόπους μας, κρίμα στις δούλεψές μας,
ολημερίς να χτίζουμε το βράδυ να γκρεμιέται."
Πουλάκι εδιάβη κι έκατσε αντίκρυ στο ποτάμι,
δεν εκελάηδε σαν πουλί, μηδέ σαν χελιδόνι,
παρά εκελάηδε κι έλεγε ανθρώπινη λαλίτσα:
"Αν δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει,
και μη στοιχειώσετε ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη,
παρά του πρωτομάστορα την όμορφη γυναίκα,
που έρχεται αργά τ' αποταχύ και πάρωρα το γιόμα."
Τ' άκουσ' ο Πρωτομάστορας και του θανάτου πέφτει.
Πιάνει, μηνάει της λυγερής με το πουλί τ' αηδόνι:
Αργά ντυθεί, αργά αλλαχτεί, αργά να πάει το γιόμα,
αργά να πάει και να διαβεί της Άρτας το γιοφύρι.
Και το πουλί παράκουσε κι αλλιώς επήγε κι είπε:
"Γοργά ντύσου, γοργά άλλαξε, γοργά να πας το γιόμα,
γοργά να πας και να διαβείς της Άρτας το γιοφύρι."
Να τηνε κι εμφανίστηκε από την άσπρη στράτα.
Την είδ' ο Πρωτομάστορας, ραγίζεται η καρδιά του.
Από μακριά τους χαιρετά κι από κοντά τους λέει:
"Γειά σας, χαρά σας, μάστοροι και σεις οι μαθητάδες,
μα τι έχει ο πρωτομάστορας και είναι βαργομισμένος;
"Το δαχτυλίδι του 'πεσε στην πρώτη την καμάρα,
και ποιός να μπει, και ποιός να βγει, το δαχτυλίδι νά 'βρει;"
"Μάστορα, μην πικραίνεσαι κι εγώ να πά σ' το φέρω,
εγώ να μπω, εγώ να βγω, το δαχτυλίδι νά 'βρω."
Μηδέ καλά κατέβηκε, μηδέ στη μέση πήγε,
"Τράβα, καλέ μ' τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα
τι όλον κόσμο ανάγειρα και τίποτες δεν βρήκα."
Ένας πηχάει με το μυστρί κι άλλος με τον ασβέστη,
παίρνει κι ο Πρωτομάστορας και ρίχνει μέγα λίθο.
"Αλίμονο στη μοίρα μας, κρίμα στο ριζικό μας!
Τρεις αδελφάδες ήμαστε, κι οι τρεις κακογραμμένες,
η μια 'χτισε το Δούναβη, κι η άλλη τον Αφράτη
κι εγώ η πιό στερνότερη της Άρτας το γιοφύρι.
Ως τρέμει το καρυόφυλλο, να τρέμει το γιοφύρι,
κι ως πέφτουν τα δεντρόφυλλα, να πέφτουν οι διαβάτες."
"Κόρη, το λόγον άλλαξε κι άλλη κατάρα δώσε,
που 'χεις μονάκριβο αδελφό, μη λάχει και περάσει."
Κι αυτή το λόγον άλλαζε κι άλλη κατάρα δίνει:
"Αν τρέμουν τ' άγρια βουνά, να τρέμει το γιοφύρι,
κι αν πέφτουν τ' άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβάτες,
γιατί έχω αδελφό στην ξενιτιά, μη λάχει και περάσει.
Η Παρηγορήτισσα
Παρηγορήτισσα. Το συγκλονιστικό μνημείο που ζωντανεύει κάθε Λαμπρή με την παρουσία χιλιάδων Αρτινών και επισκεπτών βρίσκεται στη δυτική πλαγιά του λόφου Περάνθης. Ξεχωριστή στιγμή, ο στολισμός του Επιταφίου τη Μεγάλη Πέμπτη. Ευρηματικοί οι Αρτινοί στην περίοδο της απριλιανής Χούντας «κεντούσαν» με τα λουλούδια - δυσδιάκριτα για τον πολύ κόσμο, αλλά εμφανή για τους υποψιασμένους- αντικαθεστωτικά μηνύματα.
Στο κεφαλόσκαλο της Παρηγορήτισσας με υποδέχονται οι ίδιοι οι Κομνηνοδουκάδες. Πρωτομάστορες και αυτοί. Και φιλόδοξοι. Ήθελαν να κατασκευάσουν ναό αντάξιο σε αίγλη μιας πρωτεύουσας και ταυτόχρονα να αφήσουν πίσω τους μνημείο αντάξιο της μεγαλοσύνης τους. Τα κατάφεραν και ζουν μαζί του στους αιώνες.
Πιο περήφανος από όλους, για την αποκαλούμενη «αρχόντισσα της Άρτας», ο Νικηφόρος Α' Κομνηνός Δούκας. Ο Δεσπότης, που το 1285 θεμελίωσε την Παρηγορήτισσα δίνοντας της το τελικό σχήμα και τη σημερινή της μορφή.
Γεμάτος έπαρση μου εξιστορεί το λαϊκό θρύλο, σχετικά με το μνημείο και το όνομά του.
«Ο πρωτομάστορας, που ανέλαβε να κατασκευάσει το ναό, ήταν φημισμένος και γι' αυτό περιζήτητος τεχνίτης. Κατά τη διάρκεια του κτισίματος αναγκάστηκε να λείψει για πολύ καιρό, καθώς έπρεπε να σχεδιάσει μια άλλη κατασκευή και στο πόδι του άφησε τον βοηθό του. Εκείνος, ικανότατος τεχνίτης, άλλαξε τα σχέδια και η εκκλησία έγινε ασύγκριτα ωραιότερη από ότι είχε αρχικά σχεδιαστεί.
Όταν ο πρωτομάστορας επέστρεψε και είδε το αποτέλεσμα, ζήλεψε και θύμωσε. Για να τιμωρήσει τον βοηθό του που αυθαιρέτησε, τον κάλεσε στην στέγη για να του δείξει, δήθεν, κάποιο λάθος και από εκεί τον έσπρωξε στο κενό. Καθώς έπεφτε ο κάλφας, πιάστηκε από τον πρωτομάστορα παρασέρνοντάς τον στο κενό. Τα κουφάρια και των δύο απολιθώθηκαν και σώζονται στο πίσω μέρος της εκκλησίας -δύο κοκκινωπές πέτρες. Η Παναγία φανερώθηκε στη μάνα του κάλφα, για να την παρηγορήσει για τον άδικο χαμό του γιου της. Έτσι πήρε και ο ναός το όνομά του».
Το μέγεθος, τα υλικά και η τεχνοτροπία δίνουν την όψη ιταλικού Αναγεννησιακού Μεγάρου. Οι διαστάσεις του είναι εντυπωσιακές, καθώς τόσο το μήκος, όσο και το ύψος, ξεπερνούν τα είκοσι μέτρα. Με την υπόδειξη της αρχαιολόγου μετρούμε τους πέντε πλίνθινους τρούλους της οροφής και τον ουρανίσκο στο μπροστινό μέρος της στέγης, που στηρίζεται σε οκτώ μαρμάρινους κιονίσκους και δίνει την αίσθηση ότι αιωρείται στο κενό.
Το εσωτερικό της Παρηγορήτισσας παραμένει συγκλονιστικό, παρά τη φθορά του χρόνου που θάμπωσε την αίγλη και τη λαμπρότητά του.
Περίτεχνος ο κεντρικός τρούλος και το πρωτότυπο σύστημα στήριξής του, που κάνει το μνημείο μοναδικό στον κόσμο.
Η αρχαιολόγος επεξηγεί ότι, χάρη στη συγκεκριμένη τεχνοτροπία, ο τρούλος καθίσταται ορατός ακόμη και από την κεντρική είσοδο, δίνοντας πυραμιδοειδές σχήμα και αφήνοντας ελεύθερο χώρο για φωτισμό.
Τα κιονόκρανα εικάζεται ότι είναι παρμένα από διάφορα κτίρια της Αμβρακίας, ακόμα και της αρχαίας Νικόπολης. Κάποιοι από τους κίονες, εξαιτίας του μεγάλου βάρους που σήκωναν, έσπασαν και έπεσαν. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, όταν ο Φαϊκ πασάς κατέλαβε την Άρτα προσπάθησε να αποσπάσει από τα μνημεία της πόλης διάφορα γλυπτά για να στολίσει το τζαμί του. Ανάμεσα στα άλλα επιχείρησε να αφαιρέσει και κάποιους από τους κίονες στήριξης του τρούλου. Τότε οι πρόβολοι έσπασαν, σκοτώνοντας όλους τους εργάτες. Μετά από αυτό, ο Φαϊκ δεν ξαναπροσπάθησε ποτέ κάτι ανάλογο.
Η διακόσμηση προέρχεται από θέματα της Δύσης και κατά πάσα πιθανότητα είναι δημιουργίες Ιταλών καλλιτεχνών.
Στο τέμπλο υπάρχουν και 3 φορητές εικόνες του 18ου αιώνα. Η πιο σημαντική είναι η εικόνα της Παναγιάς της Παρηγορήτισσας. Παρόλες τις φθορές, σώζονται σε καλή κατάσταση τα βυζαντινά ψηφιδωτά του τρούλου, των λοχιών και της ανατολικής κάμαρας στην βάση του τρούλου. Δέος προκαλεί η εικόνα του Παντοκράτορα που δεσπόζει στο τρούλο. Οι διαστάσεις της είναι τεράστιες όμως λόγω του ύψους φαίνονται φυσιολογικές.
Η περιήγηση ολοκληρώθηκε και αποχαιρέτισα τον Νικηφόρο Α' Κομνηνό Δούκα, που στέκονταν στο κέντρο του ναού, στη λαξευμένη με το δικέφαλο βυζαντινό αετό πέτρα. Εκστασιασμένος από την ατμόσφαιρα και τις εικόνες, χάθηκα στο πολύβουο πλήθος της Σκουφά. Της κεντρικότερης οδού της Άρτας που υπάρχει από την εποχή της Αρχαίας Αμβρακίας.
Το Κάστρο
Επόμενος σταθμός, το Κάστρο. Συνυφασμένο με μνήμες μακρινών εποχών και αλλοτινές διηγήσεις, όπου πρωταγωνιστούσαν βασιλιάδες και πρίγκιπες, άρχοντες και αγωνιστές, ήρωες και προδότες, άρπαγες και εραστές, πολιορκούμενοι και πορθητές ...;
Εικόνες και ιστορίες που σήμερα φαντάζουν παραμυθένιες και απόμακρες σαν τις πέτρες που αναπαύονται στη φθορά του χρόνου. Ό,τι απόμεινε πια από τα ισχυρά, ψηλά και μυώδη σώματα του κάστρου, θυμίζει άλλους ανθρώπους, άλλες εποχές, άλλους τρόπους ζωής, άλλους κώδικες αξιών, άλλους πολιτισμούς.
Το κάστρο της Άρτας δεν αποτελεί απλά και μόνο κομμάτι της ιστορίας. Είναι χώρος της ζώσας μνήμης, από τα άγουρα ακόμα χρόνια μας. Στις πολεμίστρες και στα απόσκια ομηρικοί αγώνες για την κατάκτηση των ...; κοριτσιών. Έπαθλο για τον πορθητή, το πιάσιμο του χεριού και αν το πράγμα ήταν προχωρημένο, ένα φιλί -γλυκό σαν το κυδώνι της μάνας μου.
Για τους μεγαλύτερους, χώρος περιπάτου και ρέμβης. Και για τους επισκέπτες, σημείο φωτογράφησης. Ιδιαίτερα το ηλιοβασίλεμα. Κάποτε εντός του κάστρου λειτουργούσε και ξενοδοχείο. Το περίφημο «Ξενία...». Τώρα, ερημιά.
Το κάστρο ήταν ο οχυρωματικός περίβολος της Αμβρακίας, ιδιαίτερα επιμελημένης κατασκευής.
Όπως είναι γνωστό, στην αρχαιότητα τα τείχη αποτελούσαν τυπικό στοιχείο της μορφής των πόλεων. Η δυνατότητα της άμυνας, η ασφάλεια της φρούρησης, η βιαιότητα της σύγκρουσης, το αίμα του πολέμου, η θυσία του πολεμιστή, ο θάνατος του ήρωα, η γαλήνη της ειρήνης, η δύναμη της εξουσίας, η ευρωστία της οικονομίας, η ομορφιά του τοπίου, η μακρινή θέα, είναι κάποια από τα στοιχεία που διαμόρφωναν τα χαρακτηριστικά των οχυρώσεων. Και είναι αλήθεια, ότι μόνο τα πέτρινα κάστρα εμπεριέχουν τόσες πολλές πληροφορίες, ιδέες και έννοιες για τη ζωή των ανθρώπων.
Οι καλά οχυρωμένες πόλεις αποκτούσαν φήμη και αίγλη, προκαλώντας τους επιδρομείς. Ιδιαίτερα οι πόλεις-κάστρα ήταν το έπαθλο του πορθητή που επιχειρούσε με όλα τα μέσα και όλες τις τεχνικές την κατάκτησή τους. Ευρηματικές τεχνικές, όπως αυτή που εφαρμόστηκε στην Αρχαία Αμβρακία: οι πολιορκητές υπέσκαπταν τα τείχη και οι πολιορκούμενοι έριχναν σακιά με χώμα στα σκάμματά τους.
Η Αμβρακία ήταν χτισμένη σε φυσικά οχυρή θέση, καθώς ο Άραχθος την περιέβαλε από τρεις πλευρές. Η θέση, σύμφωνα με τη σχετική δημοσίευση της αρχαιολόγου Ανθής Αγγέλη, ενισχύθηκε από ισχυρό και επιβλητικό οχυρωματικό περίβολο, μήκους περίπου 4,5χλμ, που στο μεγαλύτερο τμήμα του ακολουθούσε τον ρου του Αράχθου. Με τον τρόπο αυτό, η πόλη προστατευόταν από τους εχθρούς, αλλά και από τον ίδιο τον ποταμό, ο οποίος συχνά ξέφευγε από την κοίτη του και πλημμύριζε τα χαμηλότερα μέρη της.
Τμήματα του τείχους είχαν παραμείνει ορατά στο πέρασμα των αιώνων, προκαλώντας το θαυμασμό ξένων περιηγητών και πολλά άλλα μέρη έχουν έρθει στο φως με σωστικές ανασκαφές, που διενεργούνται τις τελευταίες δεκαετίες στην πόλη. Μέχρι σήμερα, δεν έχει εντοπιστεί κάποια από τις πύλες του τείχους, ωστόσο θεωρείται βέβαιη η ύπαρξη μίας εξ αυτών στο νότιο σκέλος της οχύρωσης, στη συμβολή των οδών Κομμένου και Πούλιου Δράκου. Από το σημείο αυτό ξεκινούσε η μνημειακή λεωφόρος, η οποία διατρέχοντας το νοτιοδυτικό νεκροταφείο της Αμβρακίας, κατέληγε στον Άμβρακο, το επίνειο της πόλης στον Αμβρακικό κόλπο, που ταυτίζεται με το σημερινό Φιδόκαστρο.
Το τείχος -κατασκευασμένο από ντόπιο λευκό ασβεστόλιθο πάχους 3,5 -5,60 μ.- με αυτή τη μνημειώδη μορφή χρονολογείται στα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ., ωστόσο ένας απλούστερος σε σχέδιο και κατασκευή περίβολος, υπήρχε ήδη από τους αρχαϊκούς χρόνους.
Τα τείχη προσέφεραν προστασία, όχι μόνο στους κατοίκους της Αμβρακίας, αλλά και στους ξωμάχους, οι οποίοι έβρισκαν καταφύγιο σε περιπτώσεις εξωτερικής απειλής. Έτσι, το 342 π.Χ., όταν ο Φίλιππος ο Β΄ της Μακεδονίας επιτέθηκε στην πόλη, τα ισχυρά της τείχη τη βοήθησαν να αποφύγει την κατάληψη.
Το 189 π.Χ., επίσης, τα τείχη εμπόδισαν τον Ρωμαίο ύπατο, Μάρκο Φούλβιο, να καταλάβει την πόλη -αν και τελικά οι Αμβρακιώτες αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν. Το τείχος ανακατασκευάστηκε και συμπληρώθηκε από τον Μιχαήλ Β' τον Κομνηνό και σήμερα αποτελεί το πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα της μεσαιωνικής φυσιογνωμίας της πόλης. Απαρτίζεται από το κυρίως φρούριο, δύο μικρά εξωτερικά περιτειχίσματα και την Ακρόπολη. Αριστερά της εισόδου σώζεται η Ακρόπολη ή αλλιώς το «Καστράκι», το οποίο αποτελούσε το τελευταίο καταφύγιο για τους ελεύθερους-πολιορκημένους.
Άγιος Βασίλειος
Μόλις 200 μέτρα από το Κάστρο βρίσκεται ο ναός του Αγίου Βασιλείου. Είναι κτισμένος στην καρδιά της πόλης και φέρει περίτεχνο κεραμικό διάκοσμο. Κτίσθηκε στις αρχές του 14ου αιώνα και αξίζει να σημειωθεί, ότι στον περίβολό του λειτουργούσε από το 1662 έως και το 1821, η περίφημη σχολή Μανωλάκη. Αυτός είναι ένας από τους βασικούς λόγους που επέλεξα να επισκεφθώ το ναό -αν και όπως διαπίστωσα- και αρχιτεκτονικά είναι ένα σπουδαίο ιστορικό κειμήλιο της Άρτας.
Αγία Θεοδώρα
Κατηφορίζοντας την οδό Βασιλέως Πύρρου, συναντώ την Αγία Θεοδώρα. Λιτανεία, παρέλαση, αλλά και αργία στις 11 Μάρτη. Και μετά από την παρέλαση το πρώτο παγωτό της περιόδου -χωνάκι, από το γωνιακό παγωτατζήδικο της Σκουφά.
Αργία και χωνάκι με δύο λέξεις.
Για τους Αρτινούς, η Αγία Θεοδώρα είναι η μάνα της πόλης. Ο ναός, όπου φυλάσσεται το λείψανο της πολιούχου, κτίστηκε το 11ο αιώνα.
Το 1270, η βασίλισσα Θεοδώρα ανακαίνισε την εκκλησία, όπου και μόνασε μέχρι το τέλος της ζωής της. Ο ναός και ένας πυλώνας σώζονται σε καλή κατάσταση.
Η ομορφιά του έγκειται κυρίως στην αρχιτεκτονική του ποικιλομορφία. Εσωτερικά ο ναός διατηρεί μεγάλο μέρος της γλυπτής και γραπτής του διακόσμησης. Βέβαια, τα κιονόκρανα είναι κλεμμένα, πιθανότατα από κάποιο κτίριο της αρχαίας Νικόπολης και φέρουν ανάγλυφες παραστάσεις λαϊκών. Από το μαρμάρινο τέμπλο σώθηκαν μόνον δυο κομμάτια, που βρίσκονται στη θύρα. Οι τοιχογραφίες του ναού που είχαν φθαρεί, εξαιτίας των επιχρισμάτων, αλλά και της αιθάλης των κεριών, αποκαθίστανται σταδιακά από την Αρχαιολογική Υπηρεσία. Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα κειμήλια που φιλοξενούνται στο ναό. Η φορητή εικόνα, κρητικής σχολής, του Χριστού χρονολογείται από το 1653 και -σύμφωνα με μελέτη της αρχαιολόγου Βαρβάρας Παπαδοπούλου- είναι έργο του αργυροχρυσοχόου Αθανάσιου Τσιμούρη. Δυο περίτεχνες ασημένιες λάρνακες, με ανάγλυφη διακόσμηση περιέχουν τα λείψανα της Βασίλισσας.
Στην είσοδο του ναού, σώζεται ο τάφος της Αγίας Θεοδώρας. Στο εσωτερικό του βρέθηκαν σπασμένα κομμάτια διακοσμημένου μαρμάρου, που αποδείκνυε ότι ο τάφος είχε συληθεί στο παρελθόν. Η σημερινή μορφή του τάφου, ανασυγκροτήθηκε με τη χρήση παλιών και νέων κομματιών και φέρει δυο ανάγλυφες πλάκες. Η πλάκα που βλέπει στο εσωτερικό του ναού απεικονίζει ρόδακες, ανθέμια και δύο δράκοντες. Η τεχνοτροπία μαρτυρά δυτικές επιρροές. Η πλάκα που βλέπει στο νάρθηκα του ναού, απεικονίζει την Αγία Θεοδώρα και τον γιο της Νικηφόρο. Παραπλεύρως, εικονίζονται και οι δύο αρχάγγελοι, που όπως είναι γνωστό αποτελούσαν τους προστάτες των Κομνηνοδουκάδων, δεσποτών της Ηπείρου. Και οι δύο πλάκες χρονολογούνται τον 13ο αιώνα.
Το θεατράκι
Λοξά αριστερά της Αγίας Θεοδώρας και σε απόσταση 100 μέτρων, βρίσκεται το θεατράκι -αποτύπωμα της Αρχαίας Αμβρακίας. Χρονολογείται στα τέλη 4ου π.Χ. με αρχές 3ου π.Χ. αιώνα. Έχουν αποκαλυφθεί η ορχήστρα, μέρος του κοίλου και των παρόδων, καθώς και το δυτικό τμήμα του στυλοβάτη του προσκηνίου. Στο μικρό θέατρο, σώζεται ολόκληρη η κυκλική ορχήστρα, μέρος του νοτίου προσανατολισμού κοίλου και των παρόδων, καθώς και το δυτικό τμήμα του στυλοβάτη του προσκηνίου. Το θέατρο στηρίζεται σε επιχωματωμένο πρανές και πατάει πάνω σε θεμέλια λουτρού του 4ου αι. π.Χ. Από το ημικυκλικό κοίλο, έχουν αποκαλυφθεί τρεις με πέντε σειρές ειδωλίων, η αρχή δύο κλιμάκων ανόδου και τα αναλήμματα των παρόδων, μήκους 5 μ..
Ναός του Απόλλωνα
Σε απόσταση μόλις 50 μέτρων από το «Θεατράκι» βρίσκεται ο ναός του Πυθίου Απόλλωνα ή Απόλλωνος Σωτήρος. Είναι ο αποκαλούμενος δημόσιος χώρος της Αμβρακίας, δηλαδή το ιερό της πόλης, όπου οι άρχοντες ανέθεταν δημόσια κείμενα. Ο ναός χρονολογείται στα υστεροαρχαϊκά χρόνια, γύρω στο 500 π.Χ
Πρόκειται για μνημειώδη περίπτερο ναό, ο οποίος διαθέτει πρόναο και επιμήκη σηκό, στο βάθος του οποίου υπάρχει βάθρο που χρησίμευε για τη στήριξη του συμβόλου της λατρευομένης θεότητας. Δυστυχώς, η χρήση του χώρου ως λατομείου -κατά τους πρώιμους χριστιανικούς χρόνους-, είχε σαν αποτέλεσμα ο ναός να έχει σωθεί μόνον μέχρι την ευθυντηρία.
Η γεύση της αλμύρας
Είχα υποσχεθεί στο φίλο μου τον Τάσο, που φιλοξενούσα εκείνες τις ημέρες, κάτι ξεχωριστό από την Άρτα. Στο μυαλό μου, βέβαια, είχα ένα περίπατο στον Αμβρακικό. Κάτι που εγώ θεωρώ μοναδικό. Αθλητικό παπουτσάκι, νερό, φωτογραφικές μηχανές και ...;φύγαμε.
Προορισμός, το ράμμα της Σαλαώρας. Περίπατος κάτω από τον γκρίζο ουρανό του Νοέμβρη, που «έκλεβε» τα χρώματα και τον ήλιο από την πολιτεία της λιμνοθάλασσας. Στην παρέα μας ήρθε να προστεθεί ένα ασταμάτητο ψιλόβροχο και το θρόισμα του χορταριού, που τσάκιζε στα βήματα μας.
Μοναχά οι πελεκάνοι, τα σμάρια των γλάρων και οι μακρύραμφοι ερωδιοί έσκιζαν με χαμηλά πετάγματα το τοπίο.
Πίσω μας η πόλη της Άρτας, με τους βρεγμένους δρόμους, ακουμπούσε σε σκοτεινούς ορεινούς όγκους, χαραγμένους με πλέγματα ομίχλης και ένας θυμωμένος Άραχθος ανασκάλευε τα μαλακά κλαδιά από τις παρόχθιες κλαίουσες.
Οι εικόνες «έσκαγαν» στη μπουνάτσα του Αμβρακικού και βυθίζονταν στην απόλυτη ησυχία, που λάξευε το φιδίσιο ανάχωμα της χώρας των ψαράδων.
Ο περίπατος μακραίνει. Μέχρι το δεύτερο διβάρι, πενήντα πέντε λεπτά ακριβώς.
Η «αποκάλυψη» είναι μια εξελικτική διαδικασία, αμφίδρομη πολλές φορές και για να μπορέσεις να αντικρύσεις το επόμενο, πρέπει να δεις το προηγούμενο και όχι πάντα με την ίδια ματιά. Οι γλάροι για τους στεριανούς υποδηλώνουν θάλασσα και για τους ναυτικούς στεριά.
Η έκπληξη του Τάσου ήταν μεγάλη όταν φτάσαμε στο πρόχειρο κατάλυμα, δίπλα στη μπούκα. Οι διβαράδες, αφού μας καλοδέχτηκαν, σώριασαν χέλια και κεφαλόποδα, ψημένα στο τζάκι και ένα μπουκάλι ούζο για το «καλώς όρισες».
«Η γαλήνη της θάλασσας και το άγρεμμα της στεριάς, αυτή είναι η ζωή μας και όποιος κατάλαβε...» άρχισαν την ιστόρησή τους ο Βαγγέλης και ο Γιώργος -βάρδια ημέρας, σε μια από τις οκτώ μπούκες της Τσουκαλούς.
Πραγματικά μοναδική εμπειρία σε έναν ξεχωριστό τόπο: οι άνθρωποι, καλλιτέχνες στο ψήσιμο, μερακλήδες στην παρέα.
Και εμείς απολαμβάναμε γεύσεις, μυρωδιές και ιστορήσεις μιας άλλης εποχής. Μιας διαφορετικής Ελλάδας που φεύγει και χάνεται. Μιας χώρας που ξεμακραίνει και ξεθωριάζει σαν τα παραμύθια της γιαγιάς -αυτά που κατοικούνε πια στη χώρα της μνήμης και της γλυκιάς μελαγχολίας.
Ο πλούτος
Η κουβέντα ήρθε στα διβάρια. Στους αλιευτικούς συνεταιρισμούς της Λογαρούς και της Τσουκαλούς μετέχουν περίπου 100 ψαράδες από τα διπλανά χωριά. Η ετήσια παραγωγή χελιού, που είναι το βασικό προϊόν, φτάνει τους 30 τόνους. Εξάγεται σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης (Γερμανία, Ιταλία, Ολλανδία) λίγο πριν από τα Χριστούγεννα. Οι λιμνοθάλασσες παρέχουν επίσης κεφαλόπουλα, μπάφες, λαβράκια, τσιπούρες, γλώσσες, γαρίδες, γουβιά ...;
Οι συνεταιρισμοί διαθέτουν δική τους «μπάγκα» στη Δημοτική Αγορά της Άρτας, απ΄όπου ο τοπικός πληθυσμός έχει πρόσβαση στον πλούτο της λιμνοθάλασσας. Το φθινόπωρο, ο συνεταιρισμός εμπορεύεται το περίφημο αυγοτάραχο του Αμβρακικού. Κάποτε άφθονο, τώρα λιγοστό ...;
Κάθε Μάρτη - όταν τελειώνει το ψάρεμα- οι διβαράδες ανοίγουν τις «μπούκες» και ο γόνος από τη θάλασσα μπαίνει στις λιμνοθάλασσες, όπου με τη συνδρομή των φερτών υλικών του Αράχθου και του Λούρου, το περιβάλλον είναι εξαιρετικό για την πάχυνσή του. Αργά το φθινόπωρο ανοίγουν τις μπούκες και τα μεγαλύτερα ψάρια επιχειρούν την έξοδο τους στη θάλασσα. Περνώντας από τ΄ ανοίγματα, παγιδεύονται στις καλαμένιες πύρες, όπου και συλλέγονται με απόχες.
Τα χέλια
Τα χέλια μπαίνουν κάθε χρόνο στις λιμνοθάλασσες. Το μέγεθος τους δεν ξεπερνά τα 5 εκατοστά και το πάχος τους θυμίζει λεπτό κορδόνι.
Το χέλι είναι ένας σπάνιος οργανισμός, με πολλές μεταμορφώσεις και με διαδρομή ζωής που ακόμα κρύβει πολλά από τα μυστικά της.
Ξεκινούν το ταξίδι τους από τη Θάλασσα των Σαργασσών, ως πλαγκτονικές προνύμφες, που θυμίζουν φύλλα ιτιάς και ονομάζονται «λεπτοκέφαλοι». «Γυάλινα» τα αποκαλούν οι ντόπιοι, επειδή είναι σχεδόν διαφανή.
Το ταξίδι τους, εφτά χιλιάδων χιλιομέτρων, διευκολύνεται από το ρεύμα του Κόλπου και διαρκεί περίπου τέσσερα χρόνια. Αφού περάσουν τα στενά του Γιβραλτάρ, οι λεπτοκέφαλοι διασκορπίζονται στη Μεσόγειο και φτάνουν στις εκβολές των ποταμών. Εκεί, ξεκινούν την καινούρια τους ζωή, ως είδη του γλυκού νερού. Τα βράγχιά τους έχουν πολύ στενό στόμιο και δεν ξεραίνονται εύκολα. Αυτό τους επιτρέπει να διασχίζουν μεγάλες αποστάσεις ξηράς, καθοδηγούμενα από το ένστικτό τους, μέχρι να βρουν το υδάτινο περιβάλλον που τους ταιριάζει.
Μέχρι το μήκος τους να φθάσει τα 20-30 εκατοστά δεν διαχωρίζονται σε αρσενικά και θηλυκά. Τα θηλυκά χέλια μπορούν να φθάσουν μέχρι το ενάμισι μέτρο, ενώ τ΄ αρσενικά μόλις τα πενήντα εκατοστά. Τρέφονται με μικρά έντομα, σκουλήκια, κοχύλια, γυμνοσάλιαγκες ή καβούρια και όταν μεγαλώσουν κυνηγούν και μικρά ψάρια. Μετά από οχτώ έως και 15 χρόνια, τα χέλια εγκαταλείπουν τους βάλτους, τις λιμνοθάλασσες και τα ποτάμια και επιστρέφουν στη θάλασσα. Το τελευταίο τους ταξίδι για τη θάλασσα των Σαργασσών, διαρκεί περίπου 6 μήνες. Εκεί σε βάθος μεγαλύτερο των 1000 μέτρων, γενούν και πεθαίνουν.
Ο αποχαιρετισμός
Το μπουκάλι με το ούζο έχει φτάσει στη μέση και στο αυτοσχέδιο τραπέζι έρχονται συνεχώς «φρούτα της θάλασσας». Όλα τους εξαίσια στη γεύση. «Εμείς εδώ, λεφτά πολλά δε βγάζουμε. Η πραγματική μας ανταμοιβή, το αντιστάθμισμα, είναι αυτό που βλέπετε γύρω σας.
Τον αγαπάμε αυτόν τον τόπο και είμαστε δεμένοι μαζί του!
Συχνά παθαίνουμε ζημιές, όταν ο Λούρος κατεβάζει πολλά νερά και το μικρό ανάχωμα υπερχειλίζει. Τα ψάρια χάνονται από εκεί και δεν περνούν από τις μπούκες. Μεγάλες απώλειες έχουμε και από τους κορμοράνους. Όταν «πλακώνουν», σε μεγάλες ομάδες, μας κλέβουν πολλά ψάρια. Γι΄ αυτό τις λέμε «όφιες», κάτι σαν τις «στυμφαλίδες όρνιθες», λέει ο Γιώργος.
«Γράμματα πολλά δεν ξέρουμε και δεν μπορούμε να επιβάλλουμε κάποια πράγματα στην αγορά. Θέλουμε βοήθεια. Κάποιος ν΄ ασχοληθεί μ΄ εμάς. Τόσα προγράμματα υπάρχουν από την Κοινότητα και εμείς τίποτα»!
«Κάνουμε βάρδιες ολημερίς και ολονυκτίς, όποτε δεν έχουμε ν΄ ασχοληθούμε με την ψαριά», συμπληρώνει με παράπονο ο Βαγγέλης.
Απόγευμα πια και πρέπει να φύγουμε.
Ο Αμβρακικός είναι ακόμα εδώ και περιμένει. Και παρά τα έντονα προβλήματα ρύπανσης που αντιμετωπίζει -θαρρώ- υπάρχει ακόμα χρόνος να σωθεί. Αργοπεθαίνει, είναι αλήθεια. Αλλά, αν η διάσωσή του -και όχι πια η προστασία του- αποτελέσει κοινό στόχο, θα τα καταφέρει και σε μερικές δεκαετίες θα επουλώσει τις χαίνουσες πληγές του. Έχουμε υποχρέωση έναντι των παιδιών μας, να παραδώσουμε άθικτο ό,τι παραλάβαμε. Τον Αμβρακικό τόν δανειστήκαμε από τις επόμενες γενιές. Δεν μας ανήκει!
Στη λιμνοθάλασσα του Αμβρακικού
Αμβρακικός! Ένας υδάτινος κόσμος, δημιούργημα του Λούρου και του Αράχθου. Στο δέλτα των δύο ποταμών υπάρχουν εκτεταμένοι υγρότοποι, λιμνοθάλασσες, βαλτότοποι, αρμυρολιβάδια, αμέτρητα αγριολούλουδα, δεκάδες είδη πουλιών και ψαριών.
Τόπος πλούσιος σε μυστηριακές εικόνες, ήχους και μυρωδιές. Τόπος ήρεμος, αλλά και αεικίνητος, δυναμικός, αλλά και εύθραυστος. Η έντονη τεκτονική δραστηριότητα, πριν από 3 εκ. έως 10.000 χρόνια, δημιούργησε αυτό το βύθισμα, που σταδιακά γέμιζε με τις αποθέσεις των δύο ποταμών. Η βαθμιαία ανύψωση της στάθμης της θάλασσας, επέτρεψε στα νερά του Ιονίου να πλημμυρίσουν τον Κόλπο, δίνοντάς του τη σημερινή μορφή. Η ανθρώπινη παρέμβαση στην περιοχή, αρχίζει από την παλαιολιθική εποχή και εντείνεται στην πορεία της ιστορίας.
Το όνομά του ηχεί παράξενα. Το μεγαλόπρεπο «Άμβρα» φέρνει συνειρμικά στο νου την αρχή μιας μαγικής φράσης από τα παραμύθια των παιδικών μας χρόνων, που είναι ικανή να ανοίξει τις πύλες ενός ιδιαίτερου και γοητευτικού κόσμου. Φαντασία και πραγματικότητα, θρύλοι και παραδόσεις, νερό και χώμα, πλάσματα και άνθη, όλα ασκούν επάνω μου μια μυστηριώδη και ανεξήγητη έλξη. Ο Αμβρακικός είναι τόπος-πρόκληση για εξερεύνηση του φυσικού κάλλους και της γεωμορφολογικής εξέλιξης.
Ο Αμβρακικός είναι ο τόπος μου. Και ο άνθρωπος- λένε- είναι κομμάτι του τόπου του. Όπου και αν βρέθηκα με συντρόφευαν οι ήχοι του, τα χρώματά του, οι μυρωδιές του. Εικόνες φυλακισμένες στη μνήμη: η κραυγή του γλάρου, ο ψίθυρος του νοτιά, ο ήχος της ψαρόβαρκας, το ασημί της θάλασσας, η μυρωδιά της καταιγίδας.
Αυτές οι εικόνες, κειμήλια της νιότης μου, με αφύπνιζαν από το λήθαργο της πόλης και με καθοδηγούσαν στο ταξίδι της ζωής μου.
Ο Αμβρακικός και η ενδοχώρα του είχαν συνδεθεί με τη Θεογονία, τη Μυθολογία και την Ποίηση. Οι ποταμοί του λατρεύονταν, όχι μόνον γιατί θεωρούνταν πηγές ευφορίας, αλλά και για τις καθαρτικές και ιαματικές τους ιδιότητες. Εδώ έζησε ο άνθρωπος ως κυνηγός, ως ψαράς, ως γεωργός, ως έμπορος, πάντα σε αρμονία με το φυσικό περιβάλλον. Αψευδείς μάρτυρες της αέναης «φυσικής ισορροπίας», μνημεία και τεχνικά έργα, καλλιεργητικές και αλιευτικές συνήθειες. Δραστηριότητες, που ακόμη και σήμερα κάποιες επιζούν, ως μοντέλα αυτορύθμισης της σχέσης του ανθρώπου με το περιβάλλον.
Στην «εποχή του ονείρου», οι δυνάμεις της φύσης διαμόρφωναν αυτόνομα και ανεπηρέαστα το τοπίο, προσφέροντας πλούτο νερού και τροφής.
Τί και αν πέρασαν κατακτητές και σημειώθηκαν μεγάλες καταστροφές; Ήταν στιγμιαίες στην ευθεία του χρόνου και ο Αμβρακικός με τους αυτόνομους μηχανισμούς επούλωσης των πληγών του, αποκαθιστούσε την αρμονία και τη φυσική ισορροπία των πραγμάτων. Το τοπίο, τα φυτά, τα ζώα, αναγεννιούνταν και οι άνθρωποι απολάμβαναν την αρχέγονη μαγεία του οικοσυστήματος.
Ο Αμβρακικός, αποτέλεσε χώρο ρέμβης και στοχασμού για τον αείμνηστο Ντίνο Δημόπουλο, που έκανε εδώ δύο από τις διασημότερες ταινίες του: «Ο τόπος, ευνοημένος από τους θεούς και ξεχασμένος από τους ανθρώπους, ήταν γυμνός, πυρπολημένος από το φως του καλοκαιριού, λουσμένος στα εφτά χρώματα του ήλιου κι ανάσαινε με τη δροσερή πνοή των ανέμων που έπαιζαν κρυφτό ο ένας με τον άλλο. Η τραμουντάνα να κυνηγάει την όστρια κι ο γρέγος να παίρνει το κατόπι τον πουνέντε ...;»
Το βασίλειο του νερού
Ο Αμβρακικός, είναι ένας από τους μεγαλύτερους υγρότοπους της Ελλάδας σε έκταση και από τους σημαντικότερους σε βιοποικιλότητα. Εξαιτίας της οικολογικής του αξίας, έχει συμπεριληφθεί στους 11 ελληνικούς υγρότοπους διεθνούς σημασίας, που προστατεύονται από τη Σύμβαση Ραμσάρ.
Είναι ένας κλειστός κόλπος, που μοιάζει με απέραντη λίμνη. Ρηχές λιμνοθάλασσες, λουρονησίδες από όστρακα, δαιδαλώδεις βάλτοι, τεράστιοι καλαμιώνες -μια όαση ζωής.
Στο τοπίο κυριαρχούν τρεις βραχώδεις λόφοι, που δίνουν την εντύπωση ότι ξεπηδούν μέσα από το νερό. Οι εκτάσεις της ευρύτερης περιοχής, οι οποίες στις αρχές του '50 είχαν αποξηρανθεί για να αποδοθούν σε αγρότες, σταδιακά εγκαταλείπονται, καθώς τα εδάφη ήταν αλίπεδα και μάλλον δεν προσφέρονταν για καλλιέργεια. Αντίθετα, εξαιτίας του ασαφούς κανονιστικού πλαισίου επιτρεπόμενων δραστηριοτήτων, καθημερινά ξεφυτρώνουν κτηνοτροφικές και πτηνοτροφικές μονάδες, οι οποίες επιβαρύνουν δραματικά το περιβάλλον -επειδή, ακριβώς, λειτουργούν δίχως αρχές και κανόνες. Στην παραλίμνια ζώνη, υπάρχουν ακόμη εκτεταμένες περιοχές φυσικής βλάστησης, αλλά και απομεινάρια παραποτάμιου δάσους, καθώς και ο μεγαλύτερος καλαμιώνας στην Ελλάδα.
Όλες οι λιμνοθάλασσες χρησιμοποιούνται ως φυσικά ιχθυοτροφεία από αλιευτικούς συνεταιρισμούς των παραλίμνιων χωριών. Ιδιαίτερα δημοφιλές, είναι και το κυνήγι υδρόβιων θηραμάτων. Για τους παλιότερους ήταν τρόπος ζωής. Κυνηγούσαν για να ταϊσουν την οικογένεια και να βγάλουν και το μεροκάματο. Λούφες και παπιά. Το κυνήγι των υδρόβιων ξεκινούσε στις 15 Σεπτέμβρη και διαρκούσε μέχρι τις 15 Μάρτη. Μετά τον Δεκαπενταύγουστο, άρχιζε η προετοιμασία. Τόπος συνάντησης των κυνηγών, η αυλή του Μπάρμπα Μήτσου. Ταρσανάς και πεδίο βολής μαζί. Περιέλουζαν με καυτή πίσσα τις σανίδες και τα στραβόξυλα των αραδιασμένων στο ξερό χορτάρι πριαριών για να αντέξουν την αρμύρα του Αμβρακικού. Και παρά πίσω στην ορσίδα το «πεδίο βολής». Το χασαπόχαρτο-στόχος, τοποθετημένο στα τριάντα βήματα. Ο Μπάρμπα Μήτσος γονάτιζε, σκόπευε προσεκτικά και πατούσε τη σκανδάλη. Αμέσως μετά το «μπαμ», εμείς τα παιδιά τρέχαμε για να φέρουμε το στόχο. Η «επιτροπή σοφών» συνεδρίαζε κάτω από το θαλερό γεροπλάτανο και μελετούσε τη συγκέντρωση, την ευθυβολία, τη διασπορά. Και αποφαίνονταν για το μπαρούτι, τα σκάγια, την τάπα. Αφού ρυθμίζονταν και η δοσολογία, ξεκινούσε το γέμισμα των φυσιγγίων. Πυρομαχικά για τις μάχες με τα πουλιά.
Στις 14 Σεπτεμβρίου φόρτωναν τα πριάρια στο τρακτέρ και τα μετέφεραν στο πέλαγος. Διανυκτέρευση στο βάλτο και τα χαράματα της επομένης ξεκινούσε το κυνήγι. Καίγονταν το πελεκούδι από τις ντουφεκιές. Όλη μέρα και μέχρι αργά τη νύχτα. Κατάκοποι, αλλά ικανοποιημένοι, γύριζαν στο χωριό όπου οι γυναίκες περίμεναν στις αυλές για να μαδήσουν τα πουλιά.
Την επομένη τα λάφυρα του βάλτου ταξίδευαν για τις αγορές της Άρτας.
O Αμβρακικός κόλπος βρίσκεται στο κέντρο της δυτικής Ηπειρωτικής Ελλάδας. Έχει έκταση 400 τετραγωνικά χιλιόμετρα και συνδέεται με το Ιόνιο Πέλαγος, διαμέσου του στενού Πορθμού της Πρέβεζας. Στο βόρειο τμήμα του κόλπου, εκβάλλουν από τα δυτικά ο ποταμός Λούρος και από τα ανατολικά ο Άραχθος και ο Βωβός, σχηματίζοντας τριπλό δέλτα. Ο μεγάλος αριθμός λιμνοθαλασσών, η παρουσία ενδημικών ειδών ψαριών, ο πλούτος υδρόβιων πουλιών, η αναπαραγωγή και η μόνιμη παρουσία των αργυροπελεκάνων, η συχνή παρουσία θαλάσσιων χελωνών και δελφινιών, αλλά και τα μεσαιωνικά κάστρα και τα βυζαντινά μνημεία, είναι μερικά από τα στοιχεία που συνθέτουν την ιδιαιτερότητα της περιοχής.
Τρεις είναι οι βασικές λιμνοθάλασσες του Αμβρακικού:
-Η Ροδιά, με έκταση 15.000 στρέμματα, ένας από τους πιο σημαντικότερους ιχθυότοπους της Ελλάδας, από την οποία μεγάλες ποσότητες χελιών εξάγονται σε xώρες της Ευρώπης.
-Η Τσουκαλιό, με έκταση 17.000 στρέμματα, νότια της Ροδιάς, στο δυτικό άκρο της οποίας εκβάλει ο ποταμός Λούρος
-Η Λογαρού, με έκταση 28.000 στρέμματα, στα ανατολικά του Τσουκαλιού -περιοχή πλούσια σε αλιεύματα.
Η περιοχή θεωρείται ιδανική για χιλιάδες πουλιά και ψάρια. Πάνω από 250 είδη πτηνών διαχειμάζουν ή σταθμεύουν στην περιοχή και τουλάχιστον 75 από αυτά είναι σπάνια ή απειλούμενα.
Εξαιρετική- αν και μειωμένη σε σχέση με το παρελθόν- παραμένει η ιχθυοπαραγωγική ικανότητα του κόλπου. Κέφαλοι, λαβράκια, τσιπούρες, μεγάλου μεγέθους γαρίδες (γάμπαρες), γλώσσες και σουπιές είναι τα βασικά είδη ιχθυοπαραγωγής του Αμβρακικού Κόλπου.
Σημαντικές, επίσης, είναι και οι μυδοκαλλιέργειες της περιοχής. Τον κόλπο επισκέπτονται συχνά δελφίνια και μεγάλες θαλάσσιες χελώνες Carreta Carreta.
Τα «ξωτικά» της λίμνης
Η μεγάλη ποικιλία της βλάστησης δίνει ιδιαίτερα χρώματα και μυρωδιές στην περιοχή του Αμβρακικού. Η χλωρίδα του, περιλαμβάνει μικρά αλλά αιωνόβια δένδρα, δάση βαλανιδιάς με παχείς κορμούς στους γύρω λόφους, συστάδες με πλατάνια, νερόφραξους και ιτιές κατά μήκος των ποταμών, μεσογειακή μακία βλάστηση, αλλά και πολλά αγριολούλουδα: ορχιδέες, ίριδες, βιολέτες κ.λπ.
Ο Αμβρακικός χαρακτηρίζεται ως παράδεισος των πουλιών. Στους απέραντους καλαμιώνες φωλιάζουν οι ερωδιοί- μια από τις καλύτερες και πλουσιότερες αποικίες στον κόσμο, με λευκοτσικνιάδες, μικροτσικνιάδες, κρυπτοτσικνιάδες, πορφυροτσικνιάδες και ίταυρους. Εδώ, ξεχειμωνιάζουν οι μεγαλύτεροι αριθμοί παπιών και φαλαριδών της Ελλάδας. Χιλιάδες πουλιά και μεταξύ αυτών πολλά σπάνια είδη σταθμεύουν εδώ, κατά τη μεταναστευτική τους πορεία. Σύμβολο του Αμβρακικού και συνάμα παγκόσμια απειλούμενο είδος, είναι ο αργυρολεκάνος, που φωλιάζει και αναπαράγεται στις λιμνοθάλασσες Τσουκαλιό και Λογαρού.
Στην ευρύτερη περιοχή του Αμβρακικού απαντώνται επίσης: ο Μικροτσικνιάς, ο Νυχτοκόρακας, ο Κρυπτοτσικνιάς, ο Λευκοτσικνιάς. Ο Ποργυροτσικνιάς, ο Πελαργός, η Χαλκόκοτα, η Χουλιαρομύτα, η Βαλτόπαπια, ο Φιδαετός, ο Καλαμόκιρκος, ο Κραυγαετός, ο Χρυσαετός, ο Σταυραετός, η Πετροπέρδικα, ο Καλαμοκανάς, η Πετροτριλίδα, το Ποταμογλάρονο και το Νανογλάρονο, ο Μπούφος, η Αλκυόνη, η Χαλκοκουρούνα, το Νεροχελίδονο, το Χειμωνογλάρονο, το Κουφαηδόνι, η Λιοστριτσίδα και ο Δρυομυγοχάφτης.
Επίσης, στον ζεστό κόλπο του Αμβρακικού ζει μεγάλος αριθμός δελφινιών. Μεταξύ των σπάνιων ειδών συγκαταλέγονται: νεροβούβαλοι, τα άγρια άλογα, ενυδρίδες, αλεπούδες, κουνάβια, νυφίτσες και ελάχιστα πια τσακάλια στο λόφο του Μαυροβουνίου στη Βίγλα. Επίσης, παρατηρούνται αρκετές θαλάσσιες χελώνες και στα ποτάμια της περιοχής αφθονούν οι νεροχελώνες.
Αργυροπελεκάνοι
Στα νησάκια της λιμνοθάλασσας Τσουκαλιό και Λογαρού του Αμβρακικού κόλπου βρίσκονται οι περίφημες αποικίες των αργυροπελακάνων (Pelecanus crispus). Ο αργυροπελεκάνος, είναι το σπανιότερο από τα επτά είδη πελεκάνων, που υπάρχουν στον κόσμο και το δεύτερο σε μέγεθος πουλί στον πλανήτη!
Κάποτε εξαπλώνονταν σε Ευρώπη και Ασία. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια ο πληθυσμός του μειώθηκε δραματικά και η παρουσία του στην Ευρώπη περιορίστηκε μόνον σε ορισμένους υγροτόπους των Βαλκανίων. Βασικές αιτίες της συρρίκνωσης, είναι οι αποξηράνσεις υγροτόπων και το κυνήγι.
Σήμερα, το 13% των ζευγαριών αργυροπελεκάνου που απομένουν σ' ολόκληρο τον κόσμο, φιλοξενείται σε δύο περιοχές της Ελλάδας: στη λίμνη Μικρή Πρέσπα του νομού Φλώρινας και στις λιμνοθάλασσες του Αμβρακικού κόλπου.
Πελαργοί
Πάνω από τις λιμνοθάλασσες και τους βάλτους υπερίπτανται και οι πελαργοί.
Άλλο σπάνιο πουλί που επιλέγει την ευρύτερη περιοχή του Αμβρακικού για τις καλοκαιρινές του διακοπές. Φωλιάζουν στα γύρω χωριά και αναζητούν την τροφή τους στα παρυδάτια εδάφη. Έρχονται κάθε άνοιξη και φεύγουν στις αρχές Αυγούστου.
Μόλις, εκεί στο πρώτο δεκαήμερο του Μάρτη, ακούγαμε το κροτάλισμα, όλα τα παιδιά τρέχαμε να καλωσορίσουμε τα λελέκια. Θεωρούνταν καλοτυχία για όποιον κατόρθωνε να δει πρώτος το μεγάλο πουλί.
Πρώτο μέλημα των πελαργών ήταν να εξασφαλίσουν χώρο για τις φωλιές τους σε ψηλά σημεία. Αερομαχίες πραγματικές για την κατοχύρωση του ζωτικού χώρου. Πρώτο έπαθλο το καμπαναριό! Μετά η κούλια και ακολούθως οι στύλοι της ΔΕΗ.
Τέσσερεις με πέντε φωλιές σε επιλεγμένα χωριά, στον Κάμπο: Ράχη- Ανέζα- Πολύδροσο- Άγιος Σπυρίδωνας ...;
Τι προσελκύει αυτά τα πουλιά στα συγκεκριμένα χωριά ακόμη δεν το έχω μάθει, αν και από το μπαλκόνι του σπιτιού μου συνεχίζω πάντα να βλέπω και να ακούω στα είκοσι μέτρα τους πελαργούς της απέναντι φωλιάς. Το μόνο που ξέρω, είναι ότι στο υποσυνείδητό μου είναι ταυτισμένοι με την άνοιξη και το καλοκαίρι των διακοπών μας ...;
Ταξίδι στο παρελθόν
O Αμβρακικός Κόλπος ή και Ανακτορικός-σύμφωνα με το Δικαίαρχο, από την πόλη Ανακτόριο, που βρισκόταν στην είσοδο του κόλπου κοντά στο Άκτιο-πήρε το όνομά του από την πόλη Αμβρακία. Η περιοχή εξαιτίας των αλλεπάλληλων εποικισμών από λογής φυλές και εθνότητες, αποτέλεσε διαχρονικά λεκάνη απορροής πληθυσμών. Από την αρχαιότητα καταγράφονται ποικίλες δοξασίες, που συνδέονται με τη Θεογονία, τη Μυθολογία και την Ποίηση.
Ο Λούρος και ο Άραχθος -ζωοδότες και απλόχεροι- λατρεύονταν και για τις καθαρτικές και ιαματικές τους ιδιότητες.
Λίγο μετά από την ίδρυση της Αρχαίας Αμβρακίας, το 625 π.Χ., οι Κορίνθιοι εδραίωσαν την κυριαρχία τους στην περιοχή, δημιουργώντας και άλλες αποικίες, όπως το Ανακτόριο και το επίνειό του το Άκτιο, όπου υπήρχε το ιερό του Απόλλωνα. Προς τιμήν του Ακτίου Απόλλωνα, θεού της ναυσιπλοΐας, τελούνταν κάθε χρόνο αγώνες -τα επονομαζόμενα «Άκτια».
Το 31 π.Χ., μετά από την ήττα του Αντωνίου και της Κλεοπάτρας, στη γνωστή ναυμαχία του Ακτίου, ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Οκταβιανός, σε ανάμνηση της νίκης του, έκτισε στο στόμιο του Αμβρακικού, τη Νικόπολη.
Η νέα πόλη, με εξαιρετική αρχιτεκτονική, περίτεχνα δημόσια κτίρια και συνθήκες υγιεινής, συνδέθηκε με την Εγνατία Οδό και απέκτησε μοναδικό, για τα δεδομένα της εποχής, υδραγωγείο. Το νερό μεταφέρονταν σε απόσταση 50 χλμ, διαμέσου σηράγγων και ανοικτών αγωγών από τις πηγές Αγίου Γεωργίου Φιλιππιάδας.
Ακολουθούν τα χρόνια των αλλεπάλληλων επιδρομών (το 110 μ.Χ. επέδραμαν οι Νορμανδοί και τριάντα χρόνια αργότερα, οι Αλβανοί), με αποτέλεσμα ο Αμβρακικός να χαθεί από τη γραφίδα της ιστορικής καταγραφής. Τον 6ο μ.Χ αιώνα, φτάνουν από τα βάθη της Μικράς Ασίας στρατεύματα Ακριτών και μαζί με τις τοπικές φυλές ξανακτίζουν φρούρια, που είχαν καταστραφεί κατά τη διάρκεια της Ρωμαϊκής κατοχής και μ΄ αυτόν τον τρόπο γεννιέται ένα νέο είδος συνοίκησης. Σταδιακά, ο Αμβρακικός εξελίσσεται σ΄ ένα από τα μεγαλύτερα εκμεταλλεύσιμα ιχθυοτροφεία της Μεσογείου. Η Κόπραινα γίνεται μεγάλο λιμάνι, απ' όπου εξάγονται κτηνοτροφικά προϊόντα, δέρματα και μαλλί προς την Ευρώπη.
Κορωνησία
Καταμεσής του Αμβρακικού βρίσκεται η Κορωνησία ή Κορακονησία, που είναι και το ακριβές όνομά της. Εκεί, τα πρώτα μας μπάνια. Εκεί, η πρώτη μας επαφή με το ψάρεμα. Ψάρια να δεις!
Το νησάκι συνδέεται με την απέναντι ακτή της Σαλαώρας, με μια στενότατη τεχνητή λωρίδα γης, μήκους πέντε χιλιομέτρων που κατασκευάστηκε στα τέλη της δεκαετίας του `60. Μέχρι τότε υπήρχαν μόνο οι θαλάσσιοι δρόμοι.
Το λιμανάκι της Σαλαώρας άκμασε στην περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας εξυπηρετώντας τις εμπορικές ανάγκες της ηπειρωτικής ενδοχώρας. 'Οπως προκύπτει και από το όνομά της (Σαλ- αγορά) ήταν σημαντικό κέντρο συγκομιδής και προώθησης αλατιού από τις αλυκές του Αμβρακικού.
Η Κωρονησία, περιοχή ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον με τις αλυκές, τις λιμνοθάλασσες και τα ιχθυοτροφεία της. Σε μικρή απόσταση βρίσκονται το Φειδόκαστρο, επίνειο της αρχαίας Αμβρακίας και το μικρονήσι Κέφαλος του νοτιοδυτικού Αμβρακικού, όπου υπήρχε οικισμός με δύο παλαιοχριστιανικές βασιλικές. Πάνω στο νησί βρίσκονται το Καθολικό της Μεσοβυζαντινής Μονής της Παναγίας, η οποία -σύμφωνα με την αρχαιολόγο Αφέντρα Μουτζάλη- αναφέρεται ήδη από το έτος 1193 και το παρεκκλήσι του Οσίου Ονουφρίου -ενός τοπικού Αγίου- ο οποίος έζησε στην περιοχή γύρω το 1780.
Το 1436, ο γνωστός περιηγητής Κυριακός από την Αγκώνα της Ιταλίας, περιγράφει κυνηγητική εξόρμηση στην Κορωνησία, που ανήκε τότε στο Δεσπότη Καρόλο ΙΙ Τόκκο . Ο Κάρολος και η συνοδεία του παρακολούθησαν τη λειτουργία, που έγινε στο ναό της Παναγίας και φιλοξενήθηκαν στη μονή.
Από τον 15ο αιώνα χρονολογούνται και οι διενέξεις μεταξύ αγροτών και Εκκλησίας, για το ιδιοκτησιακό καθεστώς των λιμνοθαλασσών και των παραλίμνιων εκτάσεων. Η μονή Κορακονησίας, διέθετε μεγάλη κτηματική περιουσία στις απέναντι ακτές της Αιτωλοακαρνανίας και ήταν γνωστή για τα χελοκοφινοβίβαρα (εκτροφεία χελιών), που εκμεταλλεύονταν στον Αμβρακικό. Το θέμα απασχόλησε και τον Πατριάρχη Ιερεμία Α', ο οποίος το 1530 απέστειλε σχετική επιστολή.
Σύμφωνα με την αρχαιολόγο, Αφέντρα Μουτζάλη, μια σειρά από έγγραφα που προέρχονται από το μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής, στο Μυρτάρι της Βόνιτσας και τα οποία χρονολογούνται από τις αρχές του Ι6ου έως και τον 18ο αιώνα, παρέχουν ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την κτηματική περιουσία της Μονής Κορακονησίας, η οποία περιλάμβανε δάση, κτήματα και αμπέλια στην περιοχή της Βόνιτσας.
Η μονή είχε, επίσης, στη δικαιοδοσία της ιχθυοτροφεία, στο χωριό Καλογερικό και τα νησάκια του Αμβρακικού, Κέφαλο και Λίσα. Το 1670, η εκκλησία ανακαινίστηκε ριζικά από τον ιερομόναχο Ευγένιο. Το 1918, η μονή διαλύθηκε και έγινε μετόχι του μοναστηριού του Προφήτη Ηλία στα Ηλιοβούνια Πρέβεζας.
Το υψόμετρο της Κορακονησίας είναι μόλις 5 μ. και ο οικισμός της επηρεάζεται από τη θάλασσα. Η διαμόρφωση και η εξέλιξή του, καθώς και η ανάπτυξη εμπορικών δραστηριοτήτων, προσδιορίστηκαν σε μεγάλο βαθμό από τους φυσικούς πόρους της ευρύτερης περιοχής του Αμβρακικού. Οι κάτοικοι, κατά καιρούς, υπήρξαν ψαράδες, ναυτικοί, ιδιοκτήτες μικρών πλοίων, μεταφορείς, έμποροι, πειρατές, αλλά και θύματα της πειρατείας. Τα ιχθυοτροφεία και οι αλυκές του Αμβρακικού, οι τόποι αγοραπωλησίας γεννημάτων, ο σιτοβολώνας του Ξηρομέρου και τα περάσματα του εμπορίου, αποτελούσαν στόχο της ληστοπειρατείας. Χαρακτηριστική είναι η -με ημερομηνία 8 Ιανουαρίου 1786- αναφορά του Αχμέτ Αγά Βοεβόδα της Άρτας προς τον Προβλειπή Πρέβεζας: «Κλέφτες έπιασαν το καΐκι του Στάθη Αρτινού, εσκότωσαν τον καραβοκύρη και επήραν όλην την πραμάτεια, που μετέφερε από την Πάτρα και τα χρήματά του εκ του κόλπου της Άρτας προς Κέρκυραν».
Παλαιότερα, κατά την προβιομηχανική περίοδο και έως τα τέλη του Ι9ου αιώνα, η Κορακονησία -όπως και όλη η αγροτική Ελλάδα- ήταν ένα χωριό κλειστό με όρια σαφή, «γραμμένα» στη γη από καιρό, από τις καλλιέργειες, τα τοπωνύμια, τη θάλασσα, αλλά και το φόβο των ανθρώπων που ήταν αιχμάλωτοι της επιβίωσης. Η μικρή αυτή νησιωτική κοινωνία αναπτύσσεται, λειτουργεί και δραστηριοποιείται μέσα στα όρια που θέτει η θάλασσα.
Το κοχύλι του Αμβρακικού
Απομεσήμερο στην Κόπραινα. Το «κοχύλι του Αμβρακικού», όπως τη μετονόμασε για τις ανάγκες των ταινιών του ο Ντίνος Δημόπουλος. Μια λωρίδα στεριάς ανάμεσα στη θάλασσα και τον ποταμό. Ένας τόπος άγριας ομορφιάς, στον οποίο σήμερα έχουν απομείνει τέσσερα πέτρινα κτίρια, ένα καφενεδάκι κι ο φάρος. Τα παλαιά κτίρια- απομεινάρια του ένδοξου παρελθόντος- έχουν αναστηλωθεί και ο επισκέπτης μπορεί να απολαύσει στην παραδοσιακή ταβέρνα τις ιδιαίτερες γεύσεις του Αμβρακικού.
Στην περιοχή λειτουργεί Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης, καθώς και Μουσεία Φυσικής Ιστορίας, Αλιείας και Υδρόβιων Οργανισμών και μουσείο Φόρων. Σε μικρή απόσταση από τα κτήρια έχει κατασκευαστεί ένα περίτεχνο κιόσκι, απ' όπου ο επισκέπτης έχει τη δυνατότητα να απολαύσει την ομορφιά του Αμβρακικού. Τα εγκαταλειμμένα και σκουριασμένα βαγονέτα, οι φθαρμένες ράγες, οι ερειπωμένες αποβάθρες και τα απομεινάρια του μικρού λιμανιού, αποτελούν όχημα για απόδραση στο παρελθόν.
Η Κόπραινα, μέχρι και τη δεκαετία του '60 εξυπηρετούσε τις διαμετακομιστικές ανάγκες του νομού Άρτας και λειτουργούσαν εκεί τελωνείο, αποθήκες, υδατοδεξαμενή, ξενοδοχείο και μικροί χώροι διαφόρων υπηρεσιών. Η μεγάλη ακμή ως εμπορευματικού και επιβατικού σταθμού έρχεται ύστερα από την απελευθέρωση της Άρτας, το 1881.
Τότε, εκτός των λιμενικών έργων, των τελωνειακών εγκαταστάσεων και των αποθηκευτικών χώρων, διανοίχθηκε και χαλικοστρώθηκε ο δρόμος. Το 1893, κατασκευάστηκε και ο περίφημος φάρος. Το εμπόριο και η συγκοινωνία γινόταν με τα βαπόρια «Πέτρος» και «Παίλαρος». Σύμφωνα με περιγραφή του Ντίνου Δημόπουλου στο περιοδικό «Σκουφάς»: «Το βαπόρι από τον Πειραιά έφτανε τρεις φορές την εβδομάδα στο Κοχύλι και γινόταν τότε χαλασμός στην προκυμαία. Οι βαρκάρηδες μπαίναν στις μεγάλες τους βάρκες, που ήταν φορτωμένες- πατείς με πατώ σε- με επιβάτες για Πρέβεζα, Λευκάδα και Πειραιά, κι έβγαιναν ανοιχτά να βρούνε το βαπόρι που είχε αγκυροβολήσει κάπως μακριά, γιατί δεν μπορούσε να πλευρίσει στο μόλο - το λιμανάκι ήταν ρηχό βλέπεις. Δίπλα στους βαρκάρηδες, οι μαουνιέρηδες έβαζαν τα δυνατά τους κι αυτοί να φτάσουν γρήγορα στο βαπόρι, μα οι μαούνες πήγαιναν αργά, γιατί ήταν παραφορτωμένες. Την ίδια στιγμή οι χαμάληδες στο μόλο έσερναν τα βαγονέτα τους πάνω στις ράγες να προλάβουν τα εμπορεύματα για την αποθήκη του τελωνείου, ενώ πιο κει, στο χωματόδρομο, τα κάρα κι οι σούστες περίμεναν στη σειρά να φορτώσουν. Και τα ζεμένα άλογα κούναγαν πέρα δώθε την ουρά τους να διώξουν τις αλογόμυγες. Κι ήταν κόσμος πολύς μαζεμένος στο μόλο, άλλος ν' αποχαιρετήσει τους δικούς του, που φεύγαν, κι άλλος να καλωσορίσει όσους έρχονταν. Και φώναζαν οι χαμάληδες, καθώς σπρώχνανε τα βαγονέτα».
Η ιστορία της Κόπραινας χάνεται στα βάθη των αιώνων. Όπως αναφέρει ο ιστορικός Γιάννης Τσούτσινος, εικάζεται ότι στο μυχό του Αμβρακικού Κόλπου κατασκεύασαν οι Δωριείς, που κατέβηκαν από την Πίνδο, το στόλο τους και από κει ξεκίνησαν για την Πελοπόννησο και την Κρήτη. Αιώνες αργότερα, από το ίδιο σημείο προμηθεύονταν και οι Γάλλοι ξυλεία για τον πολεμικό τους στόλο.
Η επανεμφάνιση της Κόπραινας στην ιστορία, ανάγεται στις αρχές του 14ου και συγκεκριμένα το 1304, όταν ο Προβηγκιανός ιππότης Ρεϋμούνδος και ο Ιωάννης, κόμης της Κεφαλληνίας «κατήχθησαν» στο λιμάνι της Κόπραινας, για να πολεμήσουν «...την Παλαιολογίνα του Δεσποτάτου της Ηπείρου...».
Παραδοσιακή αλιεία
Οι ιδιαίτερες βιοκλιματικές συνθήκες των λιμνοθαλασσών, αλλά και του Αμβρακικού Κόλπου -αυξημένη θερμοκρασία, μειωμένη αλατότητα, νερά πλούσια σε θρεπτικά άλατα- προσελκύουν πολλά αλιεύματα από το Ιόνιο. Συγκεκριμένα, την περίοδο Μαρτίου-Ιουνίου, πολλά είδη ψαριών που αντέχουν διαφορετικές αλατότητες, όπως οι κέφαλοι, τα λαυράκια, οι τσιπούρες, οι γλώσσες, τα χέλια και οι γαρίδες, αφήνουν τον κόλπο και για να βρουν τροφή εισέρχονται στις λιμνοθάλασσες από τους ανοικτούς διαύλους.
Μετά από την περίοδο της «σοδειάς» οι ψαράδες -οι λεγόμενοι διβαράδες- κλείνουν τα υδάτινα περάσματα και εγκλωβίζουν τα ψάρια στις λιμνοθάλασσες, μέχρι τις αρχές του χειμώνα. Στο διάστημα αυτό τα ψάρια , εξαιτίας της άφθονης τροφής, μεγαλώνουν και παχαίνουν και το Δεκέμβρη κινούνται με κατεύθυνση την ανοικτή θάλασσα. Στις μπούκες των λιμνοθαλασσών οι διβαράδες τοποθετούν τις ειδικές παγίδες και πιάνουν τα ψάρια.
Είναι μια πανάρχαια μέθοδος αλιείας, η οποία διατηρείται μέχρι και σήμερα με παρεμφερείς μεθόδους, καθώς σε κάθε περιοχή στο διάβα των αιώνων εξελίχθηκαν διαφορετικές τεχνικές.
Μια από τις χαρακτηριστικότερες τεχνικές αλιείας στις λιμνοθάλασσες, ήταν το ξυλόδιχτο. Οι διβαράδες περικύκλωναν με τα δίχτυα τους, που ήταν στερεωμένα στις βάρκες τους, περιοχές όπου φώλιαζαν ψάρια. Ο κύκλος σιγά-σιγά έκλεινε και τα ψάρια, συνέκλιναν προς το κέντρο. Τότε, άλλοι διβαράδες έμπαιναν με τις βάρκες τους στον περίκλειστο χώρο και με θορύβους και καμάκια τρόμαζαν τα ψάρια που στην προσπάθειά τους να διαφύγουν έπεφταν στα ξυλόδιχτα. Ήταν μια εντυπωσιακή, αλλά επίπονη και εξαντλητική τεχνική, που δυστυχώς στις μέρες μας χάνεται, όχι μόνο εξαιτίας της μείωσης των ψαριών, αλλά κυρίως λόγω της γήρανσης των διβαράδων. Οι παλιοί ψαράδες φεύγουν ένας-ένας και για τους νέους, τόσο το πενιχρό εισόδημα, όσο και οι συνθήκες δουλειάς, αποτελούν ισχυρά αντικίνητρα. Μονάχα η αγάπη για τη θάλασσα δε φτάνει και πάντως δε συντηρεί οικογένειες.
Άλλα εργαλεία και τρόποι αλιείας στην περιοχή, εκτός των κλασικών διχτυών, είναι το παραγάδι, οι βολκοί, το πυροφάνι, τα καμάκια, τα νταούλια, και το νταλιάνι που το δίδαξαν στους ντόπιους οι πρόσφυγες.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα παραδοσιακά αλιευτικά σκάφη του Αμβρακικού. Είναι, συνήθως, μικρές βάρκες βαμμένες με γήινα χρώματα (ώχρα, κεραμιδί, καφέ, λαδί), οι οποίες -ανάλογα με το μέγεθος, τον τρόπο κατασκευής και χρήσης τους- χωρίζονται στις ακόλουθες κατηγορίες: Γαϊτοπούλα, Μονόξυλο, Γαϊτα και Πριάρι.
Το τελευταίο ήταν και παραμένει το μοναδικό μέσο, για να πλεύσεις στα στενά και ρηχά αυλάκια, απαραίτητο για να μπορεί κάποιος να εισχωρήσει στους βάλτους. Είναι ένα μικρό και χωρίς καρίνα σκάφος, το οποίο «μπατάρει» εύκολα και για να μη βρεθούν οι ψαράδες στο νερό, απαιτείται δεξιοτεχνία. Εγώ, πάντως, έχω βραχεί αρκετές φορές και τις περισσότερες ήταν -διάολε- χειμώνας!
Θαλασσινά μνήματα- Ενθετο
Κάθε παλούκι και ...;σταυρός. Εκεί που κάποτε έδεναν οι ψαράδες τις γαΐτες τους. Και καθημερινά, πότε με το καμάκι και πότε με το παραγάδι, «έβγαιναν στο πέλαγο» για το φαΐ της φαμίλιας. Και πάντα ο Αμβρακικός αντάμειβε και με το παραπάνω τον κόπο τους. Έφυγαν έτσι απλά, όπως έζησαν, χωρίς οι νεότεροι να αναπληρώσουν τις θέσεις τους. Σκληρή, αδυσώπητη η ζωή του παραδοσιακού ψαρά. Δίχως μέσα, χωρίς βοηθήματα. Μια βάρκα, ένα καμάκι και μερικά αγκίστρια. Τίποτε άλλο. Ποιός από τους νεότερους, που δεν έχει το μεράκι των παλιών, αντέχει την υγρασία, την αλμύρα και τη φτώχεια;
Κάποιοι, ελάχιστοι, που προσπάθησαν να αντισταθούν υπέκυψαν στα «ευρωπαϊκά κονδύλια». Έσπασαν τις γαϊτες τους για να πάρουν- λέει- την επιδότηση. Έτσι την τελευταία 20ετία πανελλαδικά χάθηκαν περί τα 5.000 αλιευτικά. Η Ε.Ε. πλήρωσε το βαρκάρη να τους περάσει στην απέναντι όχθη ...;
Στις όχθες έμειναν κάτι παλιά κουφάρια και τα σκεβρωμένα παλούκια
σα σταυροί στα «θαλασσινά μνήματα», ενός κόσμου που χάνει και χάνεται ...;
Πήραμε τα βουνά
Ως καμπίσιος, όπως και όλοι οι συντοπίτες μου, είχα πάντα μια δυσπιστία έναντι των βουνίσιων, μια επιφύλαξη σ' ό,τι αφορά τον ορεινό όγκο. Αντίστοιχη, βεβαίως, διάθεση υπήρχε και από την άλλη πλευρά. Πάντα στην Άρτα υπήρχαν δύο, όχι διαφορετικοί, αλλά ιδιαίτεροι κόσμοι: του βουνού και του κάμπου.
Και μέχρι, σήμερα, απέφευγα την επίσκεψη, την εξερεύνηση της «άλλης» Άρτας.
Η ευκαιρία -που τελικά ήταν άλλοθι- δόθηκε. Και ήταν η προτροπή του Τάσου.
«Παπαθεοδώρου τώρα θα πάρουμε τα βουνά», αποφάνθηκε ο καλός μου φίλος και ασμένως συναίνεσα μαζί του. Βάλαμε κάτω τους χάρτες και οργανώσαμε τις διαδρομές.
Τρεις τον αριθμό:
-Πιστιανά-Ροδαυγή-Άγναντα-Μελισσουργοί.
-Άγναντα-Καταρράκτης-Κυψέλη Βουλγαρέλι- Θεοδώριανα-Αθαμάνιο-Τετράκωμο.
-Γιαννιώτη-Σκουληκαριά-Πλάτανος-Αστροχώρι-Μεγαλόχαρη- Μεσόπυργος.